Χημικός πόλεμος: μια σύντομη ιστορία και ένα μέλλον

Συγγραφέας: Δρ. Απόστολος Γέροντας, ιστορικός της επιστήμης. Διδάσκει στο Πανεπιστήμιο του Κομπούργκ στην Γερμανία και το Νορβηγικό Πανεπιστήμιο Επιστήμης και Τεχνολογίας στο Τροντχάϊμ

Χημικός πόλεμος: μια σύντομη ιστορία και ένα μέλλον

Εισαγωγή: μια οικογενειακή ιστορία

Την 2α Μαΐου τού 1915, η Clara Immerwahr, η πρώτη γυναίκα διδάκτορας χημείας στην Γερμανία, αυτοκτόνησε χρησιμοποιώντας το υπηρεσιακό περίστροφο του άντρα της, διάσημου χημικού Fritz Haber. Ο γάμος των δύο είχε εντάσεις για χρόνια: ο Haber ήταν αδιάφορος προς την γυναίκα και το παιδί του, την εγκατέλειψε για επιστημονική περιοδεία στις ΗΠΑ με τον γιο του μόνον μηνών και, ακολουθώντας τα πρότυπα της εποχής, την απέκλεισε από ανεξάρτητη ερευνητική εργασία. Η, κάποτε περήφανη και ανεξάρτητη Clara για χρόνια δούλεψε περιορισμένα ως βοηθός και μεταφράστρια του έργου τού συζύγου της, χωρίς αναφορά και αναγνώριση.

Η χαριστική βολή – κυριολεκτικά  –  δόθηκε ωστόσο από την απόφαση τού Haber να θέσει τις επιστημονικές του ικανότητες στην υπηρεσία της πολεμικής προσπάθεια του Ράιχ στα μέτωπα του Πρώτου Παγκοσμίου. Η εργασία του οδήγησε στην πρώτη επιτυχημένη επίθεση με χημικά όπλα στο Δυτικό Μέτωπο στις 22 Απριλίου τού 1915: κατά την Δεύτερη Μάχη της Υπρ στην Φλάνδρα, οι γερμανικές δυνάμεις χρησιμοποίησαν αέριο χλώριο, κατόπιν προσωπικής συστάσεως του Haber. Για την Clara, αυτό το γεγονός μετέτρεψε τον σύζυγό της, από κακό σύζυγο σε τέρας. Οι δύο ίσως λογομάχησαν μετά την επιστροφή του από το βελγικό μέτωπο στο σπίτι τους στο Dahlem  – αλλά αυτό δεν είναι σίγουρο. Ιστορικά επιβεβαιωμένο όμως είναι πως, μόλις την επομένη της αυτοκτονίας της γυναίκας του, ο Fritz Haber έφυγε ξανά από το σπίτι, για να επιβλέψει νέες χημικές επιθέσεις – στο Ανατολικό Μέτωπο αυτήν την φορά.

H Clara Immerwahr

Παρά τον ενθουσιασμό τού Haber, η χρήση των χημικών όπλων πέτυχε ελάχιστους από τους, ομολογουμένως φιλόδοξους, στρατηγικούς της στόχους. Κατά την πρώτη επίθεση στο Δυτικό Μέτωπο, οι Γερμανοί άνοιξαν 6.000 μεταλλικούς κυλίνδρους αερίου χλωρίου, απελευθερώνοντας 160 τόνους της ουσίας και καλύπτοντας τα πάντα κατά μήκος έξι χιλιομέτρων του μετώπου. Οι Γάλλοι πιάστηκαν στον ύπνο όπως προέβλεπε στο σχέδιο, αλλά η γερμανική διοίκηση δεν είχε έτοιμες τις δυνάμεις για να εκμεταλλευτεί το ρήγμα που δημιουργήθηκε από την άτακτη υποχώρησή τους.[i] Οι επόμενες επιθέσεις – από ένα σημείο και μετά, και από τις δύο πλευρές – είχαν λιγότερο θεαματικά αποτελέσματα. Τα χημικά όπλα όμως απέκτησαν γρήγορα συμβολικό βάρος: δημιουργώντας ντε φάκτο την εικόνα τής κόλασης των χαρακωμάτων στην κοινή γνώμη και την έννοια των όπλων μαζικής καταστροφής.

Μετά τον πόλεμο, ο Haber δεν τιμωρήθηκε για την συμμετοχή του στην κατασκευή τους, ούτε σε φυσικό επίπεδο, από τους Συμμάχους, ούτε καν σε συμβολικό, από την διεθνή επιστημονική κοινότητα. Το γεγονός ότι τα όπλα είχαν εν τω μεταξύ χρησιμοποιηθεί από όλους τους μεγάλους αντιμαχόμενους, προσέφερε σε όλους τους επιστήμονες μια νομική κάλυψη. Ο Fritz Haber κέρδισε το Νόμπελ χημείας τού 1918, για την συμμετοχή του στην ανακάλυψη της μεθόδου παρασκευής αμμωνίας που είναι σήμερα γνωστή ως μέθοδος Haber–Bosch. Η μέθοδος αυτή τού έδωσε μια σημαντική θέση στην ιστορία της γεωργικής χημείας, αλλά και της χημείας των εκρηκτικών.

O Fritz Haber

Κατά ιστορική ειρωνεία, ο ακραιφνής πατριώτης Haber, που είχε κάνει τα πάντα για να υπηρετήσει την μητέρα Γερμανία (ανάμεσα σε άλλα, είχε παρατήσει τον Ιουδαϊσμό των προγόνων του και ασπαστεί τον Λουθηρανισμό και είχε συνειδητά διαλέξει την στολή του λοχαγού αντί για την οικογένειά του), βρέθηκε κυνηγημένος ως Εβραίος, όταν ανέλαβε την εξουσία το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα. Μέλη της οικογενείας του πέθαναν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, αλλά ο ίδιος κατάφερε να δραπετεύσει. Βρέθηκε φιλοξενούμενος των Άγγλων (που κάποτε επιχειρούσε να σκοτώσει με την τέχνη του) και ανέλαβε την διεύθυνση του ερευνητικού ινστιτούτου Sieff στην βρετανική Παλαιστίνη. Δεν έφτασε όμως ποτέ εκεί· πέθανε καθοδόν από καρδιά στην Βασιλεία της Ελβετίας – όχι ως Γερμανός ήρωας, αλλά ως περιπλανώμενος Ιουδαίος.[ii]

Μια πολύ παλιά ιστορία

Τα χημικά όπλα απέκτησαν έντονο εννοιολογικό και ψυχολογικό βάρος κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Λόγω των μέσων ενημέρωσης του 20ού αιώνα, οι εφιαλτικές εικόνες των μετώπων ταξίδεψαν από άκρο σε άκρο τού πλανήτη, γεννώντας ταυτόχρονα τρόμο και πολιτικές (άμυνας, αλλά και υγείας). Πέραν αυτού, κατά τον 19ο αιώνα είχε συντελεστεί μια σημαντική αλλαγή στην φύση τού πολέμου, που είχε όμως περάσει εν πολλοίς απαρατήρητη από στρατηγούς και πολιτικούς μέχρι την καταστροφική της αποκάλυψη στα χαρακώματα του Μεγάλου Πολέμου.

Μάσκα αερίων για νεογνά. Η επιβίωση του μωρού εξαρτάται από την επιβίωση της νοσοκόμας. Χωρίς το χέρι της δεν λειτουργεί η αντλία που τροφοδοτεί την μάσκα με οξυγόνο (Imperial War Museums, https://www.iwm.org.uk/)

Λίγο-πολύ μέχρι τις στρατιές τού Ναπολέοντα, οι σχεδιασμοί των Επιτελείων είχαν την δυνατότητα διαχωρισμού στρατιωτών και αμάχων: οι ευρωπαϊκοί στρατοί ήταν άλλωστε ως επί το πλείστον επαγγελματικοί, ήταν κυρίως στρατοί τού εκάστοτε μονάρχη και η στήριξή τους από την οικονομική υποδομή της κάθε χώρας ήταν απλώς βασική. Η μετατροπή εν τω μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών σε εθνοκράτη, η καθιέρωση της γενικής επιστράτευσης και η εκβιομηχάνιση των πολεμικών μέσων θόλωναν πια την διάκριση ενόπλων δυνάμεων και αμάχου πληθυσμού: κάθε κράτος συμμετείχε πια στον πόλεμο μαζικά – παλλαϊκά και με ολόκληρη την βιομηχανική του υποδομή. Επομένως, ο εφιάλτης των χημικών όπλων δεν παρέμενε εφιάλτης τού αξιωματικού και του στρατιώτη, αλλά γινόταν ο εφιάλτης του κάθε πολίτη. Αφού τα εργοστάσια στα μετόπισθεν έφτιαχναν όπλα και πυρομαχικά, εφημερίδες και διανοούμενοι έδιναν τον αγώνα της προπαγάνδας, εργάτες, γιατροί, δάσκαλοι, άντρες και γυναίκες συμμετείχαν στον πόλεμο, ένα χτύπημα με όπλα μαζικής καταστροφής στο κέντρο μιας πόλης αποκτούσε μια αλλόκοτη νομιμότητα.

Η παρουσία όμως μορφών χημικού πολέμου στην ανθρώπινη ιστορία είναι κατά πολύ παλαιότερη τού 20ού αιώνα και σίγουρα αρχαιότερη και από την ίδια την χημεία ως επιστημονικό κλάδο. Οι πρωτόγονοι άνθρωποι ανακάλυψαν πολύ νωρίς την χρησιμότητα των δηλητηρίων στην μάχη – πρόσωπο με πρόσωπο, αλλά και, ακόμη αποτελεσματικότερα, στην ενέδρα και το σαμποτάζ. Πολύ σύντομα, τοξίνες κάθε είδους απέκτησαν ιδιαίτερη σημασία και στις “ειρηνικές” πολιτικές διεργασίες (εσωτερικά της φυλής ή του κράτους, ή εξωτερικά), αλλά και ενίοτε στις άμεσες επιλύσεις διαφορών της καθημερινότητας. Αντικειμενικά, δεν θα ήταν υπερβολικό να γραφεί πως η σύγχρονη χημεία χρωστά ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας και της εξέλιξής της σε αυτήν την δραστηριότητα. Αλλά και η ιατρική θα είχε διαφορετική ιστορία χωρίς αυτήν (δεν είναι καθόλου τυχαίο πως στα ελληνικά η λέξη «φάρμακο» έχει διττή σημασία).

Τα βέλη του Ηρακλή – ποτισμένα με το δηλητήριο της Λερναίας Ύδρας – αλλά και ο  δηλητηριασμένος με αίμα Κενταύρου χιτώνας που τού στοίχισε την φυσική ύπαρξη, είναι ίσως οι αρχαιότερες αναφορές χημικών όπλων στην καθ΄ ημάς Δύση. Η τέχνη όμως της χρήσεως τοξινών στον πόλεμο ήταν ήδη ιδιαιτέρως ανεπτυγμένη αλλού. Για παράδειγμα, στην Ινδία η χρήση δηλητηριασμένων βελών ήταν συνηθισμένη και δηλητήρια χρησιμοποιούνταν  ενίοτε σε πηγές, λίμνες και ποτάμια. Οι πρακτικές αυτές – σε μια προσπάθεια ηθικής και νομοθετικής ρύθμισης – βρήκαν τον δρόμο τους στα ινδουιστικά θρησκευτικά κείμενα.[iii]  Στην ιστορική Ελλάδα, κατά τον Πρώτο Ιερό Πόλεμο (περίπου 595-585 π.Χ.),[iv] οι Αθηναίοι φαίνεται πως δηλητηρίασαν το νερό της φωκικής πόλης Κίρρας με ελλέβορο. Σύμφωνα με κάποιες αναφορές, εμπνευστής της ιδέας μπορεί να ήταν και ο, πολύ γνωστός μας, Σόλων. Το νερό έφερε βίαιη διάρροια στους υπερασπιστές της πόλης με συνέπεια την κατάληψη και την καταστροφή της. Σημαντικά πιο σίγουρη είναι η χρήση θείου από τους Σπαρτιάτες για την καύση τού τείχους των Πλαταιών και την δηλητηρίαση των υπερασπιστών της πόλης το 429 π.Χ.

Η χρήση δηλητηρίων στην πολιτική – και την επέκτασή της, τον πόλεμο – δεν ελαττώθηκε διόλου κατά τα ρωμαϊκά και μεσαιωνικά χρόνια· φαίνεται δε να ενισχύθηκε (ή να έγινε πιο αποδεκτή στον δημόσιο χώρο και λόγο) από τις απαρχές της Αναγέννησης και μετά. Από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204, μπορούμε να υποθέσουμε πως η ποικιλία των διαθέσιμων ουσιών είχε ούτως ή άλλως αυξηθεί. Οι Βυζαντινοί είχαν καλλιεργήσει την αλχημική γνώση (γέννημα ούτως ή άλλως τού ελληνιστικού κόσμου η Αλχημεία) και την είχαν συστηματοποιήσει. Τα ελληνικά χειρόγραφα που λεηλατήθηκαν από τους Σταυροφόρους, σε συνδυασμό με τις μεταφράσεις των έργων των Αράβων αλχημιστών, αποτέλεσαν τις απαρχές μιας νέας εποχής για την αλχημική γνώση στην Δύση – και για τις διαθέσιμες χρήσεις ουσιών στον πόλεμο.

Οι πολιτικές συνθήκες σε μεγάλο μέρος τής Δύσης ήταν ιδανικές για μια τέτοια καλλιέργεια της αλχημιστικής γνώσης – πέραν και πάνω από τις ιατρικές και ενίοτε και βιομηχανικές της χρήσεις. Διάσπαρτα κρατίδια σε Ιταλία και Γερμανία, κυβερνώμενα από ντε φάκτο ανεξάρτητους άρχοντες (γαλαζοαίματους, πατρικίους, επισκόπους) με τεράστιες φιλοδοξίες αλλά μικρές φορολογικές βάσεις, ήταν ο ιδανικός χώρος για την άνθιση της συνομωσίας ως πολιτικής διεργασίας (και του δηλητηρίου ως πολιτικού και πολεμικού μέσου). Όχι τυχαία, ο Μακιαβέλλι δίνει ιδιαίτερη θέση και στα δύο στο έργο του. Η πρώτη γνωστή δυτική συνθήκη για την απαγόρευση των χημικών όπλων υπεγράφη μόλις το 1675 από το Βασίλειο της Γαλλίας και την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία: οι δύο δυνάμεις ανησυχούσαν για την επέκταση της χρήσεως δηλητηριασμένων σφαιρών στα μουσκέτα των στρατών της ηπείρου.[v] Είχαν ήδη προηγηθεί σχετικές ερμηνείες του Κορανίου στον ισλαμικό κόσμο. Η επόμενη σχετική συνθήκη στην Ευρώπη θα εμφανιζόταν σε κάτι παραπάνω από διακόσια χρόνια. Ήταν η πρώτη Σύμβαση της Χάγης τού 1899.

Βιομηχανική χημεία και χημικός πόλεμος

Ενώ οι πολιτικές τάξεις της ηπείρου μας έβλεπαν τις χρήσεις της (αλ)χημικής γνώσης με πραγματισμό, οι σχέσεις της αλχημείας με την ευρύτερη κοινή γνώμη ήταν αβέβαιες, μέχρι και τις αρχές τού 19ου αιώνα. Οι αλχημιστικές πρακτικές παρήγαν φάρμακα, αλκοολούχα ποτά (το όνομα «aquavit», «νερό της ζωής» προέρχεται κατευθείαν από την αλχημιστική αναζήτηση για την φιλοσοφική λίθο) και, σε ορισμένες τοπικές περιπτώσεις, γεννούσαν ολόκληρες επικερδείς βιομηχανίες. Στο Meissen (Μάισεν) της Σαξωνίας, για παράδειγμα, οι εργασίες δύο αλχημιστών είχαν επιτύχει στις αρχές του 18ου αιώνα την κλωνοποίηση της κινεζικής πορσελάνης, γεννώντας έτσι την πρώτη γερμανική εξαγωγική βιομηχανία[vi] (έτσι γεννώνται οι νέες βιομηχανικές δυνάμεις, με κλοπή τεχνολογίας και αγορών – πολύ προτού ξεκινήσουν οι Κινέζοι να αντιγράφουν δυτικά ρολόγια και τηλέφωνα, τους είχαν κλέψει το μετάξι και τις αγορές του οι Ρωμιοί, την πυξίδα οι λαοί της Μεσογείου και την τυπογραφία και την πορσελάνη οι γερμανικοί λαοί).

Η εταιρεία χημικών χρωμάτων Bayer ιδρύθηκε το 1863. Το 1891, η εταιρεία αγόρασε προϋπάρχον εργοστάσιο χρωμάτων της εταιρείας Dr. Leverkus & Söhne, λίγο έξω από το χωριό Wiesdorf στον Ρήνο. Η ανάπτυξη της βιομηχανίας ήταν τόση, ώστε σύντομα γύρω από το εργοστάσιο είχε προκύψει μια νέα πόλη – το Λεβερκούζεν. Η εταιρεία είναι σήμερα γνωστή κυρίως για την ασπιρίνη και την εμπλοκή της με τα αγροχημικά. Δικό της προϊόν όμως ήταν και η ηρωίνη, ενώ είχε σημαντική συμμετοχή στην ιστορία της φαρμακολογίας (και του χημικού πολέμου).

Από την άλλη όμως, ο ακρογωνιαίος ιδεολογικός λίθος της αλχημείας ήταν η πίστη πως το Σύμπαν και ο άνθρωπος είναι ατελείς δημιουργίες, που μπορούσαν να βελτιωθούν από την ανθρώπινη τεχνική. Αν ο άνθρωπος αρρωσταίνει και πεθαίνει, επέμενε ο αλχημιστής, αυτό οφείλεται σε ελαττωματική κατασκευή του Σύμπαντος, αν υπάρχουν φτωχοί και αδικημένοι, είναι επειδή ο Δημιουργός δεν έφτιαξε τον κόσμο τέλειο – και είναι, όχι μόνον δυνατότητα, αλλά και καθήκον τού ανθρώπου να επέμβει. Προφανώς, αυτή η, γνωστικιστική στην ρίζα της, πεποίθηση ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με τις θρησκευτικές διδαχές (και του Χριστιανισμού, αλλά και του Ισλάμ) και είχε και πολιτικές και κοινωνικές προεκτάσεις. Αν η αλχημεία και οι ανθρώπινες τεχνολογίες δείχνουν να βελτιώνουν κάτι, απαντούσε η επίσημη Εκκλησία, αυτό οφείλεται σε μια απάτη – ο αλχημιστής και κατ΄επέκτασιν ο μηχανικός παρακάμπτουν τους φυσικούς νόμους. Αυτή η πεποίθηση ήταν βέβαια αρχαιότερη του Χριστιανισμού και επιβιώνει μέχρι τις μέρες μας: η λέξη «μηχανή» έχει στα ελληνικά διπλή σημασία – σημαίνει και την κομπίνα – που έχει κληροδοτηθεί και στις δυτικές γλώσσες, η λέξη «αλχημεία» έχει και κακή σημασία ήδη από την εποχή των Πτολεμαίων, ενώ η λέξη «χημικό» χρησιμοποιείται σήμερα ως αντίθετη της λέξης «φυσικό» σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες.

Η μαζικοποίηση της χημείας προϋπέθετε μια αλλαγή της στάσης της κοινής γνώμης απέναντί της, που ήρθε ως αποτέλεσμα ενός συνδυασμού ιστορικών ατυχημάτων και πολιτικών εξελίξεων. Η καταστροφή της Λισαβόνας (μιας εκ των λαμπρότερων πρωτευουσών της Ευρώπης) από τσουνάμι το 1755, έφερε σοκ και θρήνο στις τάξεις των διανοούμενων, τσακίζοντας συνάμα την πεποίθηση πως ο Μεγαλοδύναμος «τα πάντα εν σοφία εποίησε» (γεννώντας έτσι το κίνημα του Διαφωτισμού).[vii] Η επικράτηση των Επαναστάσεων σε Αμερική και Γαλλία έδωσαν στην ευρύτερη κοινή γνώμη παραδείγματα για την αλήθεια των χημικών διδαγμάτων και άνοιξαν τον δρόμο για την εισαγωγή τους στην πολιτική ατζέντα – οι άνθρωποι μπορούσαν να σχεδιάσουν την επιθυμητή τους κοινωνία, όπως ο χημικός το πείραμά του, και να την πραγματοποιήσουν. Ο επαναστατικός οίστρος των γαλλικών στρατιών στην Ευρώπη και ο πραγματισμός τού Ναπολέοντα απέναντι σε χημεία και τεχνολογία στον πόλεμο υποχρέωσαν όλες τις Μεγάλες Δυνάμεις να ακολουθήσουν. Έναν αιώνα και κάτι μετά το τσουνάμι της Λισαβόνας, η ήπειρός μας ήταν ένα νέο μέρος και η χημεία ήταν βιομηχανία. Πολλές χημικές και φαρμακευτικές βιομηχανίες που ιδρύθηκαν στα μέσα του 19ου αιώνα υπάρχουν και σήμερα.

Η χημική βιομηχανία με την σειρά της μετέβαλε σημαντικά και την σχέση του πολέμου με την χημεία. Ο ξέφρενος ανταγωνισμός μεταξύ εταιρειών γεννούσε συνεχώς νέες ουσίες και εφαρμογές που ήταν αποτελεσματικότερες από τις φυσικώς προσφερόμενες. Πέραν αυτού, οι ποσότητες (ακόμα και των φυσικών ουσιών) που μπορούσαν να παραχθούν σε εύχρηστη μορφή στα εργοστάσια ήταν τεράστιες – και η δυνατότητα μεταφοράς και χρήσης τους άγγιζε πλέον τα σχεδόν πλανητικά όρια των ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών. Το χλώριο, τα οξέα τού αρσενικού και οι χημικές ιδιότητες του υδροκυανίου είχαν ήδη ανακαλυφθεί από τον Γερμανοσουηδό Carl Scheele τον 18ο αιώνα, το – εξαιρετικά τοξικό – χλωριούχο κυάνιο είχε συντεθεί από τον Γάλλο Claude Louis Berthollet στις αρχές του 19ου αιώνα, το φωσγένιο είχε συντεθεί από τον Βρετανό Humphry Davy το 1812 και το αέριο μουστάρδας πρωτοσυνετέθη το 1822. Όλες αυτές οι επικίνδυνες ουσίες είχαν μικρή αξία ως όπλα σε μεγάλη κλίμακα πριν από την μαζική χημική βιομηχανία (και τους μηχανισμούς και την ιδεολογία των σύγχρονων κρατών).

Όχι τυχαία, η πρώτη γνωστή πρόταση χρήσης τέτοιων ουσιών κατευθείαν στο πεδίο της μάχης προέκυψε μόλις κατά τον Κριμαϊκό Πόλεμο – και με στόχο την πρόοδο στο βαλτωμένο πεδίο της πολιορκίας της Σεβαστουπόλεως. Και οι αντιδράσεις των Επιτελείων των Συμμάχων ήταν ενδεικτικές τού 19ου αιώνα. Ο Βρετανός χημικός Lyon Playfair («play fair» είναι τωόντι παράδοξο όνομα, για κάποιον που προτείνει χημικό πόλεμο…) πρότεινε την χρήση οβίδων με υπερτοξικό οργανοαρσενικό παρασκεύασμα (C3H6AsN) εναντίον τού εχθρικού στόλου. Η βρετανική διοίκηση αντέδρασε με αηδία, χαρακτηρίζοντας την πρόταση «τρόπο διεξαγωγής πολέμου τόσο κακό, όσο και η δηλητηρίαση των πηγαδιών τού εχθρού». Στην απάντησή του, ο Playfair παρουσίασε για πρώτη φορά το σκεπτικό που στα επόμενα χρόνια θα χρησιμοποιείτο συχνά για να δικαιολογήσει την χρήση όπλων μαζικής καταστροφής:[viii]

«Aυτή η ένσταση δεν βγάζει νόημα. Η χρήση βλημάτων που σκορπίζουν λιωμένο μέταλλο στον εχθρό, παράγοντας τους τρομακτικότερους τρόπους θανάτου, θεωρείται νόμιμος τρόπος διεξαγωγής πολέμου – αλλά η χρήση ενός δηλητηριώδους ατμού που θα τους σκότωνε δίχως πόνο παράνομος· και αυτό είναι ακατανόητο. Ο πόλεμος είναι καταστροφή· και όσο καταστρεπτικότερος γίνεται με όσο το δυνατόν λιγότερο πόνο, τόσο ταχύτερα θα λήγει αυτή η βάρβαρη διαδικασία προστασίας των εθνικών δικαίων. Αναμφίβολα, προσεχώς, η χημεία θα χρησιμοποιείται για την ελάφρυνση των μαρτυρίων των εμπολέμων – αλλά και των εγκληματιών που έχουν καταδικαστεί με την θανατική ποινή.»

O Lyon Playfair

Η βαρβαρότητα δηλαδή των όπλων μαζικής καταστροφής, είναι απλά η ταχύτερη κορύφωση του πολεμικού δράματος, μειώνει τον πόνο τού θανάτου και φέρνει ταχύτερα το τέλος της αναμέτρησης. Το σκεπτικό θα το συναντήσουμε ξανά σε αυτήν την διήγηση – και εκδοχές του στις διηγήσεις που αφορούν τα βιολογικά όπλα και την ατομική βόμβα.

Κατά τον Κριμαϊκό Πόλεμο εμφανίστηκαν και άλλες παρόμοιες προτάσεις (που απορρίφθηκαν όλες ασυζητητί) – και παρόμοιες ιδέες έκαναν την εμφάνισή τους κατά τον Αμερικανικό Εμφύλιο – μια σύγκρουση για το μέλλον των ΗΠΑ, ώστε το μίσος που χώριζε τους αντιμαχομένους να είναι άσβεστο. Είναι σχεδόν σίγουρο πως οι προτάσεις κατά την διάρκεια του αμερικανικού πολέμου (χλώριο, υδροχλωρικό και θειικό, χλωροφόρμιο – που βασικά θα κοίμιζε τον εχθρό, χωρίς να σκοτώνει, κλπ.) δεν χρησιμοποιήθηκαν ποτέ στο πεδίο. Οι Βρετανοί όμως χρησιμοποίησαν οβίδες με πικρικό οξύ εναντίον των Μπόερς – με πενιχρά αποτελέσματα και οι Γερμανοί χρησιμοποίησαν δηλητήριο σε πηγές και πηγάδια για να εξολοθρεύσουν τους επαναστάτες Χερέρο στην αποικία τους στην σημερινή Ναμίμπια.[ix][x] Όλες αυτές οι ιδέες – όσες, λίγες, έφτασαν στο πεδίο της μάχης και όσες όχι – είχαν ως υπόβαθρο μια κοινή συλλογιστική που ήταν πολύ σημαντικότερη από την προαναφερθείσα (ψευδο)ηθική τού Playfair: η χημεία είχε πια, στο δεύτερο μισό τού 19ου αιώνα την εκπληκτική της ικανότητα να «ξαναγράφει» τον κώδικα της πραγματικότητας – αντικαθιστώντας κάθε φυσικό πρόβλημα με μια φτηνή χημική λύση και επιταχύνοντας διαδικασίες. Δεν υπήρχε λοιπόν κάποιος λόγος να υποθέσει κάποιος πως το αρχέγονο πρόβλημα του πολέμου δεν θα μπορούσε και αυτό να λυθεί έτσι. Ευτυχώς ή ατυχώς, το, επίσης αρχέγονο, πρόβλημα της προστασίας από τα όπλα τού εχθρού μπορούσε επίσης να αντιμετωπιστεί με χημικές λύσεις. Την ίδια περίοδο που αναπτύσσονταν τα πρώτα σύγχρονα χημικά όπλα – και συχνά από τις ίδιες κρατικές δομές – αναπτύσσονταν και τα πρώτα προστατευτικά μέσα (αξίζει ίσως να σημειωθεί, πως και ο Ντα Βίντσι είχε σχεδιάσει μια κάλυψη, ως άμυνα ενάντια στα δικά του χημικά όπλα).

Οι Παγκόσμιοι Πόλεμοι

Οι πολιτικοί, στρατιωτικοί και επιστήμονες που συζητούσαν, σχεδίαζαν και, σπάνια, διέταζαν την χρήση χημικών όπλων, είχαν στο μυαλό τους πολέμους της προ-χημικής και προβιομηχανικής εποχής. Η φαντασία δηλαδή των εμπλεκομένων στον σχεδιασμό όπλων και στρατηγικών βρισκόταν στα τέλη τού 19ου πολύ πίσω από τις πραγματικές τεχνοεπιστημονικές δυνατότητες των δυτικών κοινωνιών. Στα χαρτιά αυτών των ανθρώπων, εκστρατείες συνέβαιναν όπως πάντα, πόλεις πολιορκούνταν και οι όποιοι πόλεμοι τελείωναν σε αποφασιστικές μάχες που κρατούσαν μέχρι τρεις ή τέσσερις ημέρες. Το γεγονός πως οι ευρωπαϊκές αυτοκρατορίες, ανάμεσα στον Κριμαϊκό Πόλεμο και τον Πρώτο Παγκόσμιο, δεν ενεπλάκησαν σε σοβαρές συγκρούσεις μεταξύ τους, αλλά κυρίως σε πολέμους με τεχνολογικά κατώτερους ντόπιους πληθυσμούς των αποικιών, διατηρούσε αυτήν την ψευδαίσθηση.

Παραμονές τού Πρώτου Παγκοσμίου, ο H. G. Wells προειδοποιούσε για αυτήν την απόσταση ανάμεσα στις πεποιθήσεις πολιτικών και στρατηγών και την τεχνοεπιστημονική πραγματικότητα. Στο μυθιστόρημά του The World Set Free, ένας Παγκόσμιος Πόλεμος ξεκινά (όπως ξεκίνησε πράγματι περίπου έναν χρόνο μετά την συγγραφή τού έργου), οι στρατηγοί επιχειρούν να τον πολεμήσουν όπως ξέρουν, αλλά οι νέες τεχνολογίες (ο Wells προβλέπει το αεροπλάνο) κάνουν την σύγκρουση μη επιλύσιμη. Η λύση δίνεται – αισιόδοξα – από την ατομική βόμβα (που ο Wells φαντάστηκε ως εύκολη στην κατασκευή και διαθέσιμη σε κάθε έθνος). Μετά από μερικές χρήσεις της, γίνεται παγκοσμίως κατανοητό πως ο πόλεμος είναι πλέον εντελώς αδύνατος και ολόκληρη η γη ενώνεται υπό μια παγκόσμια κυβέρνηση. Τα όπλα της μαζικής καταστροφής δεν περιέπλεκαν μόνον το θέμα πόλεμος· ήταν και η δυνητική του λύση. Το 1915, σαφώς πιο ρεαλιστής, ο Βρετανός χημικός Frederick Soddy προέβλεπε επίσης τον κίνδυνο των όπλων μαζικής καταστροφής και της ατομικής βόμβας, αλλά με διαφορετικό συμπέρασμα: ίσως είχαν υπάρξει στον πλανήτη μας και προηγούμενοι πολιτισμοί του δικού μας (όχι απαραίτητα ανθρώπινοι), αλλά αυτοκτόνησαν με ατομικά όπλα.[xi]

Γνωρίζουμε βέβαια πως η ατομική βόμβα δεν έφερε την παγκόσμια ειρήνη που οραματιζόταν ο Wells και τα χημικά όπλα δεν προσέφεραν τις εύκολες λύσεις στο πεδίο της μάχης που φαντάστηκαν οι επιστημονικοί και στρατηγικοί σχεδιαστές τής χρήσης τους. Είναι όμως σημαντική η κατανόηση πως αυτού τού τύπου οι ιδέες ανήκαν στο πνεύμα της εποχής, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί κατά τον μακρύ 19ο αιώνα. Όταν το πρόβλημα έγινε η καθήλωση στα χαρακώματα με δεκάδες χιλιάδες νεκρών για μερικά μέτρα προέλασης (στο καλό σενάριο), τότε η λύση με ένα ακόμη φάρμακο έγινε ελκυστική.

The World Set Free, εξώφυλλο πρώτης αμερικανικής έκδοσης (Wikipedia)

Αν και οι Γερμανοί ήταν οι πρώτοι που έκαναν εκτεταμένη (και σχεδόν τυφλή) χρήση τέτοιων όπλων, και οι Γάλλοι και οι Βρετανοί είχαν σχεδιάσει και δοκιμάσει τέτοια όπλα, ήδη πριν από την έναρξη του πολέμου και κατά τα πρώτα του στάδια. Οι Βρετανοί είχαν δοκιμάσει διάφορα δακρυγόνα, ενώ οι Γάλλοι χρησιμοποίησαν στο μέτωπο χειροβομβίδες φορτωμένες με τοξικούς παράγοντες – χωρίς κάποια διαγνώσιμη επιτυχία. Ενώ ο βρετανικός στρατός, πριν την πρώτη γερμανική επίθεση, δεν έδειχνε ενδιαφέρον για περαιτέρω ανάπτυξη και χρήση τέτοιων όπλων (πέραν των δακρυγόνων και μόνον σε αυστηρά τοπικό επίπεδο), στο ναυτικό η ιδέα μιας πιο μαζικής χρήσης είχε την συμπάθεια του Winston Churchill. Τον Μάρτιο του 1915, το βρετανικό Ναυαρχείο εξέτασε την ιδέα της χρήσεως νέφους διοξειδίου τού θείου. Εν τέλει, φαίνεται πως ο Churchill απέρριψε την ιδέα. Δύο χρόνια αργότερα, οι Βρετανοί χρησιμοποίησαν ασφυξιογόνο αέριο στην μάχη της Γάζας και, τέσσερα χρόνια αργότερα και με τον Churchill πάλι στο τιμόνι, έκαναν εκτεταμένη χρήση του χημικού τους οπλοστασίου στην βόρεια Ρωσία ενάντια στους Μπολσεβίκους. Από το 1915 και μετά, οι Βρετανοί έκαναν εκτεταμένη χρήση χημικών όπλων, βαθειά μέσα στο γερμανικό έδαφος, ενώ ήταν έτοιμοι να κάνουν το ίδιο και στον δεύτερο, αν παρουσιαζόταν η στρατηγική ανάγκη.[xii]   

Στην Γερμανία, που διέθετε εκείνη την εποχή την βαθύτερη χημική παράδοση και εύρωστη χημική βιομηχανία με στενούς δεσμούς με το κράτος, η πίστη στην χημεία ήταν ισχυρότερη – και η αποδοχή και ανάπτυξη σχετικών όπλων ταχύτερη. Η υποψία (ή και οι πληροφορίες) πως οι Γάλλοι ετοιμάζουν επίθεση με τοξικά αέρια έκανε την ανάπτυξη βεβιασμένη. Την 27η Οκτωβρίου τού 1914, οι Γερμανοί βομβάρδισαν τον βρετανικό στρατό στην Neuve-Chapelle με 3.000 οβίδες που περιείχαν ουσία που στόχευε τους πνεύμονες (ερεθίζοντάς τους και χωρίς να σκοτώνει – dianisidine chlorosulfate). Η επίθεση με αυτό το μαλακό μέσον όμως, αποδείχτηκε φιάσκο. Όπως φαίνεται από τις αναφορές, οι Βρετανοί ούτε καν κατάλαβαν πως ήταν ο στόχος χημικής επίθεσης. Τον επόμενο μήνα, οι Γερμανοί επεχείρησαν νέα επίθεση, στο Ανατολικό Μέτωπο αυτήν την φορά, με 18.000 βλήματα νέου τύπου (Xylyl bromide – τα βλήματα είχαν την ονομασία T-Shell και, ακόμη και σήμερα η ουσία είναι γνωστή και ως T-Stoff). Οι χαμηλές θερμοκρασίες ωστόσο προστάτευσαν τους Ρώσους – ο χημικός παράγοντας δεν κυκλοφόρησε ως αέριο – και η επίθεση ήταν ανεπιτυχής. Επανάληψή της στο Δυτικό Μέτωπο, λίγο αργότερα, δεν έφερε αποτελέσματα.

Η ανάληψη της ευθύνης για το γερμανικό χημικό οπλοστάσιο από τον Fritz Haber άλλαξε σημαντικά την στόχευση. Αντιμετωπίζοντας ήδη σημαντική έλλειψη βλημάτων ήδη από τους πρώτους μήνες του πολέμου, η Γερμανία δεν μπορούσε να θυσιάζει χιλιάδες εξ αυτών σε αποτυχημένα πειράματα στο μέτωπο. Πέραν αυτού, με απευθείας διασπορά από κυλίνδρους και με σωστό υπολογισμό των ανέμων, υπήρχε η δυνατότητα δημιουργίας πηχτότερου νέφους πάνω ακριβώς στις εχθρικές γραμμές και για ευρύτερα χρονικά διαστήματα. Ο Haber παρουσίασε την αλλαγή στρατηγικής ως δική του έμπνευση – αλλά δεν είναι απίθανο να του επεβλήθη από την Διοίκηση, απλά και μόνον για οικονομικούς λόγους. Άλλωστε, οι Γερμανοί μπήκαν στο Δυτικό Μέτωπο υπολογίζοντας σε προελάσεις και συγκεντρωμένες αποφασιστικές μάχες – δεν ήταν προετοιμασμένοι βιομηχανικά για το σφαγείο των χαρακωμάτων και τα πολεμοφόδια το 1915 ήταν ήδη πολύτιμα.

Την 10η Μαρτίου, το 35ο Σύνταγμα Πρωτοπόρων (Pionier-Regiment Nr. 35) του γερμανικού στρατού, υπό την καθοδήγηση του ίδιου τού Haber, τοποθέτησε κοντά 6.000 κυλίνδρους με πάνω από 150 τόνους αέριο χλώριο απέναντι στις θέσεις των Συμμάχων στην Υπρ. Το 35ο Σύνταγμα εφοδιάστηκε με μάσκες ορυχείων, ενώ οι γύρω μονάδες με απλά υφασμάτινα καλύμματα για την μύτη και το στόμα, εμποτισμένα με θειοθειικό νάτριο. Μετά την τοποθέτηση, οι γερμανικές δυνάμεις περίμεναν απλά να αλλάξει ο άνεμος προς την δυτική κατεύθυνση. Η όλη επιχείρηση δεν είχε περάσει απαρατήρητη από την πλευρά των Συμμάχων και ενδέχεται και οι ίδιοι οι Γερμανοί να επιθυμούσαν την θέαση των κυλίνδρων για την κάμψη τού ηθικού των στρατιωτών τού εχθρού. Η επίθεση ήταν γενικά επιτυχημένη – αλλά ο γερμανικός στρατός δεν κατάφερε να κερδίσει σημαντικά έδαφος.[xiii] Οι Γερμανοί επανέλαβαν την επίθεση δύο ημέρες αργότερα και κατάφεραν να κερδίσουν λίγο έδαφος ακόμα, προσεγγίζοντας την πόλη.

Χημική επίθεση με κυλίνδρους αερίου (μάλλον γαλλική επίθεση, Kansas University Medical Center)

Μέσα στους επόμενους μήνες – και με τους ασκούς τού Αιόλου ανοικτούς – στο Δυτικό Μέτωπο χρησιμοποιήθηκαν χημικά όπλα και από τις δύο πλευρές. Στο Ανατολικό Μέτωπο, η Ρωσία, είτε δεν είχε την τεχνολογική δυνατότητα, είτε δεν διέθετε το πολιτικό ενδιαφέρον: ο ρωσικός στρατός ούτε έκανε επιθέσεις με χημικά, ούτε και ανέπτυξε αξιόπιστους αμυντικούς μηχανισμούς. Ως αποτέλεσμα αυτού, οι Ρώσοι είχαν βαρύτερες ποσοστιαίες απώλειες από τα γερμανικά χημικά όπλα – η συντριπτική πλειοψηφία αυτών όχι σε νεκρούς, αλλά σε βαριά τραυματισμένους, με μόνιμες βλάβες και τυφλώσεις. Η επιστροφή αυτών των κατεστραμμένων ανθρώπων από το μέτωπο έβαλε – και αυτή – ένα λιθαράκι στην συσσωρευμένη οργή τού ρωσικού λαού για τον τσάρο.

Στο Δυτικό Μέτωπο, και παρά την μαζική χρήση, τα χημικά όπλα έφεραν σχεδόν μηδενικά τακτικά κέρδη στους αντιμαχόμενους. Σύντομα οι στρατοί και των δύο πλευρών είχαν αναπτύξει εξειδικευμένες μάσκες για την προστασία των στρατιωτών τους – αλλά και χημικά τρικ για να υποχρεώσουν τους στρατιώτες τού εχθρού να βγάλουν τις μάσκες τους. Οι δύο πλευρές ξεκίνησαν το ανταγωνισμό για την δημιουργία ακόμη τοξικότερων όπλων και, ει δυνατόν, για την καλύτερη συγκέντρωση της ισχύος τους σε σημεία τού μετώπου. Οι Γερμανοί ανέβηκαν κατηγορία, από το χλώριο στο τοξικότερο φωσγένιο, οι Γάλλοι ακολούθησαν με υδροκυάνιο και, λίγο αργότερα, με χλωριούχο κυάνιο. Τον Ιούλιο του 1917, οι Γερμανοί πρωτοχρησιμοποίησαν για πρώτη φορά το αέριο μουστάρδας – το οποίο είναι καυστικό για τα μέρη τού σώματος που δεν καλύπτονται από την μάσκα και δεν πρέπει σε καμμία περίπτωση να χρησιμοποιείται στην κουζίνα. Η μαζικότητα της χρήσης τους έφερε βέβαια απώλειες (περίπου 1,3 εκατ. άνθρωποι τραυματίστηκαν και, εξ αυτών γύρω στις 90.000 υπέκυψαν στα τραύματά τους, το 85% εξ αυτών από το φωσγένιο και το συγγενές του διφωσγένιο). Οι απώλειες όμως ήταν ένα πολύ μικρό ποσοστό των συνολικά 40 εκατομμυρίων νεκρών τού πολέμου.

Η εκτεταμένη αυτή χρήση χημικών όπλων κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο φανέρωσε και το μεγαλύτερο τακτικό τους μειονέκτημα: η αποτελεσματικότητά τους απέναντι σε οργανωμένους στρατούς είναι πολύ μικρή, και γίνεται ολοένα και μικρότερη με την πάροδο του χρόνου. Ακόμη και το ψυχολογικό τους βάρος – που είχε ιδιαιτέρως υπερεκτιμηθεί κατά τους πρώτους μήνες της χρήσης τους – αποδείχτηκε πολύ μικρότερο τελικά. Έπαιξε ρόλο κυρίως στο ηθικό του ρωσικού στρατού και την συναισθηματική ισορροπία τής ρωσικής κοινωνίας, που είχαν ήδη κλονισθεί από άλλους παράγοντες. Στην περίπτωση του Δυτικού Μετώπου, η όποια ψυχολογική κάμψη των στρατών λόγω του εφιαλτικού σκηνικού, των νεκρών και τραυματιών, ισοσταθμίστηκε με την δύναμη της προπαγάνδας σε οργή και ιερό αίσθημα εκδίκησης.

Γερμανικό κουδούνι συναγερμού για χημική επίθεση. Τοποθετημένα κατά μήκος τού χαρακώματος – οι φρουροί μπορούσαν να σημάνουν συναγερμό σε περίπτωση υποψίας αερίου.

Με το τέλος τού πολέμου ωστόσο, όλες οι εμπλεκόμενες δυνάμεις (με εξαίρεση ίσως αρχικά την ηττημένη Γερμανία) διατήρησαν και επέκτειναν και τα χημικά τους οπλοστάσια, και τις δομές άμυνας που είχαν προκύψει κατά τον πόλεμο. Συνέχισαν δε και οι έρευνες στην επέκταση του αριθμού των ουσιών, τα συστήματα διασποράς, αλλά και τα προστατευτικά μέσα. Ο λόγος δεν ήταν τόσο ο φόβος της χρήσεως τέτοιων όπλων στην μάχη, όσο η συνειδητοποίηση της ζημιάς που μπορούσε να φέρει μια απροειδοποίητη χημική επίθεση στον άμαχο πληθυσμό.

Στον Μεσοπόλεμο, χημικά όπλα χρησιμοποιήθηκαν από την Ιταλία στην Αιθιοπία και από την Ιαπωνία κατά την εισβολή στην Κίνα. Ενώ οι Ιταλοί χρησιμοποίησαν χημικά όπλα μόνον σποραδικά, οι Ιάπωνες έκαναν μαζική χρήση και συνδύασαν αυτά τα όπλα με το σημαντικό τους πρόγραμμα βιολογικού πολέμου. Σε αυτήν την μία περίπτωση, τα χημικά όπλα είχαν σημαντική επιτυχία: ο κινεζικός στρατός ήταν ανέτοιμος και ανεκπαίδευτος, κακοοπλισμένος και με στρατιώτες σε άσχημη ψυχολογική και σωματική (λόγω κάκιστης διατροφής) κατάσταση. Κατά την απόσυρσή τους από την Κίνα αργότερα, οι Ιάπωνες άφησαν πίσω τους θαμμένες ή πεταμένες σε λίμνες και ποτάμια μεγάλες ποσότητες αχρησιμοποίητων χημικών όπλων – ένα ζήτημα ενεργό για δεκαετίες ανάμεσα σε Κίνα και Ιαπωνία.[xiv] 

Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος βρήκε όλες τις εμπλεκόμενες δυνάμεις με τεράστια χημικά οπλοστάσια, έτοιμες δομές αμύνης και γραμμές παραγωγής που συνέχισαν να προσθέτουν τόνους υλικού και συστημάτων διασποράς, μέχρι τις τελευταίες ημέρες του πολέμου. Από τα μαθήματα του Πρώτου Πολέμου όμως, τα Επιτελεία είχαν τουλάχιστον μάθει αυτό: ο χημικός πόλεμος δεν έχει τακτική αξία απέναντι σε οργανωμένο στρατό και μπορεί να αποκτήσει στρατηγική αξία μόνον με την μορφή μαζικής αεροπορικής διασποράς σε άμαχο πληθυσμό (η οποία όμως θα έχει τρομακτικά αντίποινα σε είδος). Η Γερμανία πιστεύεται πως δεν χρησιμοποίησε χημικά όπλα στο εξωτερικό – αλλά έκανε ευρεία χρήση τού αερίου Zyklon B στα στρατόπεδα εξόντωσης.[xv]

Καταληκτικά σχόλια: ο χημικός πόλεμος σήμερα

Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο, οι δυτικές κυβερνήσεις και η Σοβιετική Ένωση απέφυγαν την χρήση των καθαρών χημικών όπλων στο πεδίο της μάχης (κρατώντας όμως το δικαίωμα της χρήσεως των οπλοστασίων τους, αν αυτό απαιτηθεί, καθώς επίσης και την χρήση χημικών σε μη πολεμικές περιπτώσεις, όπως δακρυγόνα ή και δηλητήρια σε πολιτικές δολοφονίες ή εκτελέσεις). Η κυρίως δράση των χημικών όπλων μετατέθηκε σε άλλες περιοχές τού πλανήτη. Και σε λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές όμως, έγινε σαφές πως η χρήση τους έχει νόημα, όχι απέναντι σε στρατό ή έστω αντάρτες, αλλά ενάντια σε άμαχο πληθυσμό. Στην Υεμένη ή το Ιράκ, οι στόχοι ήταν χωριά και κωμοπόλεις – όχι στρατιώτες.

Η γένεση νέων τοξικών παραγόντων στα εργαστήρια των πιο ανεπτυγμένων χωρών – όπως τα νευροπαραλυτικά αέρια – αλλά και η σχετική στροφή τού ενδιαφέροντος προς τον (δυνητικά) βιολογικό πόλεμο και τις ψυχολογικές επιχειρήσεις, εξαφάνισε τις παραδοσιακές ουσίες όπως το χλώριο, το φωσγένιο, ή και το αέριο μουστάρδας από την δημοσιότητα. Ατυχώς, αυτό συνέβαινε την ίδια εποχή που (επαν)εμφανίζονταν στο προσκήνιο νέοι μη κρατικοί – με την ορθόδοξη έννοια – παίκτες (μεγάλες μισθοφορικές εταιρείες, ιδιωτικοί στρατοί κάθε είδους, μαφίες, τρομοκρατικές οργανώσεις με γη ή χωρίς κλπ.), αλλά και που παλαιότερες κρατικές δυνάμεις με χημικά οπλοστάσια διαλύονταν ή έπεφταν στα χέρια ημινομίμων ηγεσιών.

Οι νέοι αυτοί παίκτες στην σκακιέρα (ή την αρένα, αφού το παιχνίδι δεν έχει πλέον κανόνες) δεν ενοχλούνται διόλου από το προαναφερθέν μειονέκτημα των χημικών όπλων: ελάχιστοι εξ αυτών ενδιαφέρονται άλλωστε να δώσουν αγώνα χαρακωμάτων απέναντι σε τακτικούς στρατούς. Τέτοιοι παίκτες ελκύονται από τα χημικά όπλα ακριβώς λόγω της αξίας τους σε επιθέσεις εναντίον απροετοίμαστων αμάχων. Το γεγονός δε πως η παρασκευή ικανών, αλλά όχι τεραστίων, ποσοτήτων των κλασικότερων εξ αυτών δεν απαιτεί, ούτε μυστικές γνώσεις, ούτε εξαιρετικές εγκαταστάσεις, ούτε τεράστιες επενδύσεις, κάνει τέτοιες ουσίες ακόμα ελκυστικότερες. Και αυτά τα δεδομένα θα πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψιν.


[i] Fitzgerald G. J. (2008). Chemical warfare and medical response during World War I. American journal of public health, 98(4), 611–625. https://doi.org/10.2105/AJPH.2007.11930

[ii] Για βιογραφίες των Haber και Immerwahr:

Charles, D. (2005), Master Mind: The Rise and Fall of Fritz Haber, the Nobel Laureate Who Launched the Age of Chemical Warfare. HarperCollins Publishers.

Friedrich, B., Hoffmann, D. (2017). Clara Immerwahr: A Life in the Shadow of Fritz Haber. In: Friedrich, B., Hoffmann, D., Renn, J., Schmaltz, F., Wolf, M. (eds) One Hundred Years of Chemical Warfare: Research, Deployment, Consequences. Springer, Cham. https://doi.org/10.1007/978-3-319-51664-6_4

[iii] Bisset, N. G., & Mazars, G. (1984). Arrow poisons in south Asia. Part 1. Arrow poisons in ancient India. Journal of ethnopharmacology, 12(1), 1–24.

[iv] Ο Πρώτος Ιερός Πόλεμος ήταν ο πρώτος γνωστός πόλεμος για τον έλεγχο του Μαντείου των Δελφών. Οι Θεσσαλοί, οι Σικυώνιοι και οι Αθηναίοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με την Κρίσα και το λιμάνι της Κίρρα. Η ιστορία αυτού του πολέμου παραδίδεται με διαφορετικές λεπτομέρειες από συγγραφέα σε συγγραφέα και τα αίτια που παρουσιάζονται κάθε φορά ποικίλουν. Επειδή η παράδοση εμφανίζεται υπόπτως ολοκληρωμένη, χρόνια μετά τα γεγονότα, η αλήθεια πολλών εξ αυτών αμφισβητείται. Ο αναγνώστης μπορεί να αναζητήσει περισσότερα:

Davies, J (1994). The tradition about the First Sacred War. In: Hornblower S. (ed.). Greek Historiography. Oxford (online edition, Oxford Academic, 31 Oct. 2023), https://doi.org/10.1093/oso/9780198149316.003.0007  

 Robertson, N.D. (1978). The Myth of the First Sacred War. The Classical Quarterly, 28, 38 – 73.

[v] Η Συνθήκη τού Στρασβούργου υπεγράφη από τις δύο δυνάμεις κατά την διάρκεια του 80ετούς πολέμου (αλλιώς: «η ολλανδική επανάσταση»). Στα θέατρα αυτού τού πολέμου χρησιμοποιήθηκαν δηλητηριασμένες σφαίρες, αλλά και μια τρομακτική εφεύρεση του Λεονάρντο Ντα Βίντσι, βλήματα κατά πλοίων και τειχών, γεμισμένα με αρσενικό και θείο. Δες:

Israel, J. (1995). The Dutch Republic: Its Rise, Greatness, and Fall 1477–1806. Oxford: Clarendon Press.

Groen, P. (ed.) (2019). The Eighty Years War: From Revolt to Regular War, 1568-1648. Amsterdam University Press.

Για πολεμικά σχέδια του Ντα Βίντσι: https://www.rct.uk/collection/912651/designs-for-weapons (Royal Collection Trust).

[vi] Για την πορσελάνη τού Μάισεν: Marchand, S.L. (2020). Porcelain: A History from the Heart of Europe. Princeton University Press.

[vii] Το ίδιο τσουνάμι σάρωσε και τις ακτές τού Μαρόκο, καταστρέφοντας ιστορικές πόλεις τού Ισλάμ και (μάλλον) σκοτώνοντας πολλαπλάσιο αριθμό ανθρώπων. Αλλά η Ευρώπη αγνόησε αυτό το τμήμα της καταστροφής. Το ποίημα του Βολταίρου Poème sur le désastre de Lisbonne αποτέλεσε σημαντικό μανιφέστο του Διαφωτισμού με σημαντικό μήνυμα: οι άνθρωποι δεν ζουν στον καλύτερο δυνατό κόσμο – ο Μεγαλοδύναμος δεν είναι και τόσο σοφός και η ύπαρξη του Κακού το αποδεικνύει αυτό. 

[viii] Smart, J. K. (1997). Chapter 2: History of Chemical and Biological Warfare: An American Perspective. Homeland Security Digital Library ( https://www.hsdl.org/?view&did=3233), και:

Browne C.A. (1922). Early references pertaining to chemical warfare. Chemical Warfare. 8(9):22–23.

[ix] Οπ. παρ. Smart, J. K.

[x] https://www.spiegel.de/geschichte/suedwestafrika-der-deutsche-voelkermord-an-den-herero-a-1073974.html

[xi] Sclove, R. E. (1989). From Alchemy to Atomic War: Frederick Soddy’s “Technology Assessment” of Atomic Energy, 1900-1915. Science, Technology, & Human Values, 14(2), 163–194. http://www.jstor.org/stable/690079. Ο Soddy είναι γνωστός για την πρωτοποριακή του δουλειά με τον Rutherford επί της κατανόησης του φαινομένου τής ραδιενέργειας.

[xii] https://www.theguardian.com/world/shortcuts/2013/sep/01/winston-churchill-shocking-use-chemical-weapons, και Schmidt, U. (2017). Preparing for Poison Warfare: The Ethics and Politics of Britain’s Chemical Weapons Program, 1915–1945. In: Friedrich, B., Hoffmann, D., Renn, J., Schmaltz, F., Wolf, M. (eds) One Hundred Years of Chemical Warfare: Research, Deployment, Consequences. Springer, Cham. https://doi.org/10.1007/978-3-319-51664-6_6

[xiii] Trumpener, U. (1975). The Road to Ypres: The Beginnings of Gas Warfare in World War I. The Journal of Modern History, 47(3), 460–480. http://www.jstor.org/stable/1876002

[xiv] Ping Bu (2007) A research report on Japanese use of chemical weapons during the Second World War, Journal of Modern Chinese History, 1:2, 155-172, DOI: 10.1080/17535650701677239

[xv] Russell, N. (2019). The Nazi’s Pursuit for a “Humane” Method of Killing. In: Understanding Willing Participants, Volume 2. Palgrave Macmillan, Cham. https://doi.org/10.1007/978-3-319-97999-1_8, και:

Paul Weindling (1994) The uses and abuses of biological technologies: Zyklon B and gas dinfestation between the first world war and the holocaust, History and Technology, 11:2, 291-298, DOI: 10.1080/07341519408581867