Η πολεμική προετοιμασία της Ελλάδας για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

Εισαγωγή

Το τέλος της Μικρασιατικής Εκστρατείας ήταν ιδιαίτερα οδυνηρό για το ελληνικό έθνος και το κράτος. Η Μικρασιατική Καταστροφή σήμανε την παύση του Ελληνισμού της Μ. Ασίας και την απενεργοποίηση της Μεγάλης Ιδέας. Η «Επανάσταση του 1922» και η «Δίκη των Εξ» ήρθαν να λειτουργήσουν ως απόπειρες επούλωσης του συλλογικού εθνικού τραύματος της καταστροφής. Η Αβασίλευτη Δημοκρατία που προέκυψε ήταν ένα ανάπηρο πολίτευμα με το κράτος να βιώνει συνεχείς εναλλαγές κυβερνήσεων με παράλληλο καταιγισμό στρατιωτικών κινημάτων και εκτροπών. Μέσα σε όλα αυτά, η Ελλάδα κλήθηκε να περιθάλψει παραπάνω από 1,5 εκατομμύρια πρόσφυγες και με την συνδρομή της Κοινωνίας των Εθνών έφερε εις πέρας το τιτάνιο έργο.

Το 1935, η διάσταση βενιζελικών και αντιβενιζελικών θα φτάσει στη κορύφωσή του. Αν και στη συλλογική μας μνήμη το κίνημα του 1935 δεν συγκαταλέγεται στους εμφυλίους πολέμους, ως τέτοιος δύναται να θεωρηθεί. Από το 1936, ο Ιωάννης Μεταξάς προετοιμάζει στρατιωτικά τη Χώρα. Οι προσπάθειες για διπλωματική οχύρωση εντείνονται αλλά το σημαντικότερο είναι ότι σε τέσσερα μόλις χρόνια, η Ελλάδα πραγματοποιεί μια τόσο μεγάλη πολεμική προπαρασκευή που θα την καταστήσει ικανή να αντιμετωπίσει επιτυχώς δύο ασύγκριτα ισχυρότερες από αυτή μεγάλες δυνάμεις, την Ιταλία και Γερμανία. Την πρώτη τη νίκησε, ενώ η αντίσταση κατά της δεύτερης, τοποθέτησε τον Έλληνα στρατιώτη στο πάνθεον των ηρώων του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Στο παρόν πόνημα περιγράφεται η προετοιμασία της Ελλάδος για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στους παρακάτω άξονες: διπλωματία, Στρατός, Πολεμικό Ναυτικό, Πολεμική Αεροπορία. Για να φωτιστεί περισσότερο η ένταση της πολεμικής προετοιμασίας στα έτη 1936 – 1940, αναπόφευκτα αναλύεται η εξέλιξη των Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας από το 1923 μέχρι και το 1940.

Ο Ιωάννης Μεταξάς

Προσπάθειες για διπλωματική «οχύρωση»

Η τελευταία κυβέρνηση Βενιζέλου (1928-1932) διακρινόταν από μια σημαντική στροφή στην εξωτερική πολιτική, καθώς έβαζε σε δεύτερη μοίρα τις παραδοσιακές συμμαχίες με τη Μ. Βρετανία και τη Γιουγκοσλαβία και τόνιζε τη σύγκλιση με την Τουρκία και την Ιταλία. Η Ελλάδα ακολουθούσε αναγκαστικά πολιτική φιλειρηνική και προσηλωμένη στις αρχές της Κοινωνίας των Εθνών. Χαρακτηριστικές αυτών των ειρηνικών διαθέσεων ήταν οι δύο συνθήκες που υπεγράφησαν, η μία με την Ιταλία και η άλλη με την Τουρκία. Με την Ιταλία, υπεγράφη το 1928 στη Ρώμη Συνθήκη φιλίας, συνδιαλλαγής και διακανονισμού πενταετούς ισχύος, παρόλο που οι σχέσεις των δύο χωρών είχαν οξυνθεί κατά το 1923 εξαιτίας της δολοφονίας του στρατηγού Tellini και τις επιχειρήσεις των Ιταλών κατά της Κέρκυρας. Το 1930, υπεγράφη με την Τουρκία παρόμοια συνθήκη, η οποία συνοδευόταν από Πρωτόκολλο που αφορούσε στους ναυτικούς εξοπλισμούς. Βάσει αυτού, τα δύο κράτη ανελάμβαναν την υποχρέωση να μην προβούν σε παραγγελία, αγορά ή ναυπήγηση μονάδων Πολεμικού Ναυτικού χωρίς αμοιβαία ειδοποίηση έξι μήνες νωρίτερα.

Με τα Βαλκανικά Κράτη, πλην Βουλγαρίας, η Ελλάδα συνδέθηκε από το 1934 με το Σύμφωνο Βαλκανικής Συνεννόησης, στο οποίο συμμετείχαν η Ρουμανία, η Τουρκία και η Γιουγκοσλαβία. Το σύμφωνο αυτό εγγυόταν τα βαλκανικά σύνορα έναντι κάθε επίθεσης από βαλκανικό κράτος ή από εξωβαλκανική δύναμη, η οποία ενδεχομένως να συνεργαζόταν με βαλκανικό κράτος. Εντούτοις, εντάσεις προέκυψαν με το ελληνοτουρκικό σύμφωνο που υπεγράφη την14η Σεπτεμβρίου 1933 και με την συνακόλουθη υπογραφή στην Αθήνα του συμφώνου φιλίας και μη επίθεσης μεταξύ Ελλάδος, Τουρκίας, Γιουγκοσλαβίας και Ρουμανίας. Το παραπάνω σύμφωνο υπαγορεύτηκε από τους εξοπλισμούς της Βουλγαρίας. Σε αυτό, υπήρχε και ένα μυστικό πρωτόκολλο, το οποίο προϋπέθετε δράση σε περίπτωση σύγκρουσης βαλκανικού κράτους εναντίον εξωβαλκανικού κράτους. Ο Βενιζέλος θεώρησε ότι αυτό στρεφόταν εναντίον της Ιταλίας και ανέτρεπε την πολιτική σύγκλισης που ο ίδιος είχε καταρτίσει. Έσπευσε στην Αθήνα και πέτυχε τη σύγκληση συμβουλίου όλων των πολιτικών αρχηγών, στην οποία αποκαλύφθηκε ότι όντως υπάρχει το σχετικό πρωτόκολλο.

Αν και η κυβέρνηση αρχικά συμφώνησε κατά τη ψήφιση του συμφώνου από τη Βουλή και τη Γερουσία να γίνει ερμηνευτική δήλωση ότι αποκλείεται στρατιωτική εμπλοκή της Ελλάδος εναντίον της Ιταλίας, στη συνέχεια, την 7η Απριλίου 1934, ο υπουργός Εξωτερικών, Δ. Μάξιμος, δήλωσε ότι το πρωτόκολλο συνεχίζει να είναι σε ισχύ με το επίμαχο άρθρο 3. Αυτή η δήλωση προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων εκ μέρους των βενιζελικών ενώ ο ίδιος ο Βενιζέλος εξαπέλυσε αρθρογραφική επίθεση στο Ελεύθερο Βήμα και τα οκτώ άρθρα του είχαν τόση απήχηση ώστε η κυβέρνηση αρνήθηκε τελικά να υπογράψει τις στρατιωτικές συμβάσεις του βαλκανικού συμφώνου.

Το 1936 την πρωθυπουργία της Ελλάδας ανέλαβε ο Ιωάννης Μεταξάς. Η δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά προέκυψε περισσότερο ως απόρροια δύο πραγμάτων και συγκεκριμένα, της αποτυχίας του βενιζελικού κόσμου να εγκαταστήσει μία σταθερή δημοκρατία μακριά από ταραχές και στρατιωτικά κινήματα, καθώς επίσης της έλλειψης συνεργασίας των δύο μεγάλων κομμάτων,1 των Φιλελευθέρων και του Λαϊκού Κόμματος, με σκοπό να ευρεθεί η λύση της εξόδου της χώρας από την κρίση, ενώ παράλληλα, τα γεγονότα οδηγούσαν σε έναν νέο παγκόσμιο πόλεμο με σίγουρη τη συμμετοχή της Ελλάδας.

Η “Βαλκανική Αντάντ”

Τα χρόνια 1936-1940, επικράτησε ηρεμία και το κράτος άρχισε να προετοιμάζεται στρατιωτικά. Για τις Ένοπλες Δυνάμεις, διατέθηκαν χρήματα, κυρίως για τον Στρατό, λιγότερα για την Αεροπορία και τα πιο λίγα για το Ναυτικό. Ο Ιωάννης Μεταξάς ανησυχούσε για τις διεθνείς εξελίξεις και οι κατευθύνσεις της πολιτικής του, όσον αφορά στο Ναυτικό, διατυπώθηκαν σε συνεδρίαση του Ανώτατου Ναυτικού Συμβουλίου, το φθινόπωρο του 1936. Η Ελλάδα θα έμπαινε στον πόλεμο στο πλευρό της Μ. Βρετανίας.2 Το επιτελικό πρόγραμμα της χώρας και η ναυτική πολεμική προπαρασκευή της είχε ακριβώς αυτήν την κατεύθυνση, να προετοιμάσει δηλαδή την Ελλάδα ναυτικά ως σύμμαχο της Μ. Βρετανίας και να την καταστήσει ικανή να συνεισφέρει στη συμμαχία σοβαρή συνδρομή, βασιζόμενη και στην πληρέστερη αξιοποίηση της γεωγραφικής της θέσης3. Με αυτό το σκεπτικό, η προσοχή στράφηκε κυρίως στην οχύρωση των ακτών και τη δημιουργία ασφαλών εσωτερικών θαλάσσιων οδών και βάσεων για να διευκολυνθεί το έργο των ναυτικών δυνάμεων.4Παράλληλα, έγινε προσπάθεια να προστατευθούν οι θαλάσσιες μεταφορές οι αναγκαίες, τόσο για την κινητοποίηση και συγκέντρωση στρατευμάτων, όσο και για τον εφοδιασμό της χώρας. Κεντρικό σημείο της πολεμικής προπαρασκευής του Ναυτικού τα χρόνια 1936-1940 είναι η οργάνωση των Ναυτικών Διοικήσεων.5

Ο Ιωάννης Μεταξάς θα προσπαθήσει να στηρίξει την ύπαρξη και λειτουργία της βαλκανικής συνεννόησης αναμένοντας την ιταλική επίθεση. Στις 10 Νοεμβρίου του 1938 πεθαίνει ο Κεμάλ Ατατούρκ και ο Μεταξάς μεταβαίνει στην κηδεία. Σε συνεννόηση με τον Ινονού μένουν σύμφωνοι για την ιδιαίτερη σχέση των δύο κρατών μέσα στην Βαλκανική Συνεννόηση.

Ο Ιωάννης Μεταξάς στην κηδεία του Κεμάλ Ατατούρκ

Δυστυχώς, η ιστορία ως αδιάψευστος κριτής έδειξε το πόσο «όνειρα θερινής νυχτός» ήταν οι προσπάθειες για σύμπηξη κοινού βαλκανικού μετώπου. Η ίδια η Τουρκία θα ακολουθήσει επαμφοτερίζουσα στάση στην εξωτερική της πολιτική προσεγγίζοντας πότε την ναζιστική Γερμανία και πότε τους Συμμάχους, ενώ η Γιουγκοσλαβία επέδειξε αδράνεια, παράλληλα με το πραξικόπημα για την ανατροπή της φιλοναζιστικής κυβέρνησης, απέναντι στην γερμανική εισβολή. Η εισβολή των Γερμανών ξεκίνησε στις 6 Απριλίου του 1941 και μόλις μερικές μέρες μετά, στις 17 Απριλίου, επήλθε η παράδοση του γιουγκοσλαβικού βασιλικού στρατού.

Παράλληλα οι σχέσεις με τη Μ. Βρετανία συνεχίζονται. Μετά την επίθεση της Ιταλίας στην Αιθιοπία, τον Δεκέμβριο του 1935, η Μ. Βρετανία ήρθε σε επαφή με την Ελλάδα, τη Τουρκία και τη Γιουγκοσλαβία για την επίτευξη στρατιωτικής συνεργασίας σε ενδεχόμενο πόλεμο με την Ιταλία. Η Μ. Βρετανία έλαβε διαβεβαιώσεις ότι θα είχε την υποστήριξή τους. Το πρόβλημα της Ελλάδος ήταν σαφώς η Βουλγαρία και αυτό και μόνο λειτουργούσε ως αποτρεπτικός παράγοντας σε πρόωρη εμπλοκή σε πολεμική αναμέτρηση. Η Ελλάδα θα ήταν πρόθυμη να εμπλακεί, αν η Μ. Βρετανία εγγυόταν την εδαφική ακεραιότητα της Χώρας απέναντι στις βουλγαρικές αναθεωρητικές βλέψεις και τη προμήθευε με το αναγκαίο στρατιωτικό υλικό6.

Η κατάληψη της Αλβανίας από τους Ιταλούς στις 7 Απριλίου 1939 δημιούργησε ανησυχία στην Αθήνα. Η ιταλική κυβέρνηση μετά από τρεις ημέρες διαβεβαίωσε την ελληνική κυβέρνηση ότι θα σεβόταν πλήρως την ακεραιότητα και ανεξαρτησία της Ελλάδας. Στις 13 Απριλίου οι κυβερνήσεις Μ. Βρετανίας και Γαλλίας προέβησαν σε μονομερείς δηλώσεις εγγύησης προς την Ελλάδα και τη Ρουμανία σύμφωνα με τις οποίες, σε περίπτωση που θα ελάμβανε χώρα οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία θα έθετε σε κίνδυνο την ελληνική και ρουμανική ανεξαρτησία, η Μ. Βρετανία και η Γαλλία θα παρείχαν συνδρομή κάθε διαθέσιμου μέσου στο κράτος που θα δεχόταν την εισβολή.

O Ελληνικός Στρατός τη περίοδο του Μεσοπολέμου (1922-1940)

Μετά την Μικρασιατική Καταστροφή υπήρξε απροθυμία της πολιτικής ηγεσίας στο θέμα της διάθεσης κονδυλίων για την ανασυγκρότηση του Στρατού. Τη πενταετία 1923-1928 διετέθησαν περίπου δύο δισεκατομμύρια δραχμές και από το 1929 ως το 1935 άλλο ένα. Είναι χαρακτηριστικό ότι για τα έτη 1932-1933 ενεγράφησαν προς χρήση στο Ταμείο Εθνικής Αμύνης μόλις εβδομήντα εκατομμύρια δραχμές. Η στρατιωτική ηγεσία παράλληλα μέχρι το 1932 δεν επέδειξε καμία αντίδραση. Στις 14 Δεκεμβρίου 1932, το Ανώτατον Στρατιωτικόν Συμβούλιον υπέβαλε, κατόπιν εντολής του τότε υπουργού Στρατιωτικών Γεωργίου Κονδύλη το υπ’ αριθ. 122 Πρακτικόν επί της γενικής καταστάσεως της αμύνης της χώρας, στο οποίο τονιζόταν η τραγική κατάσταση. Το έγγραφο αναγνώριζε την αδυναμία χορήγησης των αναγκαίων υπέρογκων ποσών για την οχύρωση της Χώρας, τον εξοπλισμό και την προπαρασκευή του Στρατού λόγω της δεινής οικονομικής κατάστασης και περιοριζόταν στο να προτείνει, ως ελάχιστο μέτρο την εξασφάλιση του μάχιμου πληθυσμού και των στελεχών, εκφράζοντας παράλληλα την ευχή για μεθοδική συμπλήρωση των ελλείψεων προς εξασφάλιση μια στοιχειώδους άμυνας7.

Ο Θεόδωρος Πάγκαλος. Επί των ημερών του έγιναν οι πρώτες σοβαρές προσπάθειες εξοπλισμού του Ελληνικού Στρατού την περίοδο του Μεσοπολέμου.

Το 1935, μετά την έκρηξη του ιταλοαιθιοπικού πολέμου, άρχισαν να λαμβάνονται πιο σύντονα μέτρα για τη προετοιμασία του Στρατού. Η κυβέρνηση Π. Τσαλδάρη αποφάσισε προς το τέλος του πρώτου εξαμήνου του 1935 τη διάθεση, για τις ανάγκες του Στρατού, τριών δισεκατομμυρίων δραχμών, κατανεμημένων σε δύο οικονομικά έτη. Με αυτές τις πιστώσεις δόθηκαν αμέσως εντολές για προμήθεια υλικών τόσο στο εσωτερικό, όσο και στο εξωτερικό. Ο αντιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος με την ανάληψη της αρχηγίας του ΓΕΣ υπέβαλε στις 28 Οκτωβρίου 1936 στον πρόεδρο της Κυβερνήσεως και υπουργό Στρατιωτικών μακροσκελές υπόμνημα περί των αναγκών του ανεφοδιασμού του Στρατού, για την πραγματοποίηση του οποίου απαιτούνταν δαπάνη έντεκα δισεκατομμυρίων δραχμών επιπλέον των τριών που είχαν διατεθεί8.

Στο υπόμνημα προβλεπόταν η ολοκλήρωση του εφοδιαστικού προγράμματος σε δύο στάδια. Το πρώτο αφορούσε τις απαραίτητες ανάγκες για τον εξοπλισμό του προς Βουλγαρία Θεάτρου Επιχειρήσεων όσο και τις ανάγκες του «Στρατού Εκστρατείας» που προβλεπόταν από το Σχέδιο Επιστρατεύσεως ώστε να είναι σε θέση ο Ελληνικός Στρατός να αντιμετωπίσει χωρίς ξένη βοήθεια τον βουλγαρικό, με τη Βουλγαρία να έχει τη πρωτοβουλία του πολέμου. Το δεύτερο στάδιο θα είχε ως σκοπό την ολοκλήρωση του πολεμικού εφοδιασμού του «Στρατού Εκστρατείας» με απομάκρυνση του παλαιού υλικού με στόχους την εισαγωγή νέων σύγχρονων μέσων και μεθόδων – όσο είναι δυνατό στο παραπάνω θέατρο επιχειρήσεων – και η επίτευξη της ομοιομορφίας. Ο αρχηγός ΓΕΣ εισηγήθηκε μετά το πέρας του δεύτερου εφοδιαστικού σταδίου να μη θεωρηθεί, ότι ο εφοδιασμός του Ελληνικού Στρατού ολοκληρώθηκε, αλλά να συνεχιστεί με σκοπό τον εξοπλισμό και του στρατού στα άλλα θέατρα επιχειρήσεων, προκειμένου ο Ελληνικός Στρατός να είναι σε θέση να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά όχι μόνο τον Βουλγαρικό Στρατό αλλά και οποιουδήποτε άλλου βαλκανικού κράτους.

Οι πιστώσεις του Υπουργείου Στρατιωτικών για τα έτη 1936-1941 ανήλθαν στο ποσό των 8. 879.403.880 δρχ, ενώ το Ταμείο Εθνικής Αμύνης διέθεσε για τον Στρατό από το 1935 ως τον Οκτωβριο του 1940 το ποσό των 6.827.901.610 δραχμών. Το σύνολο των πιστώσεων για τα έτη 1935-1940 ανήλθαν σε 15.707.305.490 δραχμές9. Στις 28 Οκτωβρίου 1940 ο Ελληνικός Στρατός είχε στην διάθεσή του το 96,53% του φορητού οπλισμού που χρησιμοποίησε στη διάρκεια του πολέμου, το 90, 81% των πολυβόλων, το 87,18% των οπλοπολυβόλων, το 43, 68% των όλμων, το 88,81% των πυροβόλων, το 84, 82% των Α/Α πυροβόλων, το 72,80% των ρυμουλκούμενων και το 54,95% των αμαξών. Επίσης, ο Στρατός διέθετε από τη προπολεμική περίοδο το σύνολο του βοηθητικού υλικού (κατευθυντήρες, ακουστικά μηχανήματα, Α/Α προβολείς, κινητά συνεργεία, αυτοκίνητα, μοτοσυκλέτες, φορείς βλημάτων). Μόνο στα αντιαρματικά πυροβόλα διέθετε το 31,57% της συνολικής δύναμης10.

Οι ανάγκες του «ενεργού στρατού11» προ του 1936 υπολογίζονται σε 7800 άνδρες από τους οποίους 3.300 θα ήταν στη προκάλυψη, 2.200 στις εξωτερικές φρουρές και 2.300 στις αποσπάσεις12. Με αυτά τα νούμερα η εικόνα που έδινε ο Στρατός ήταν αποκαρδιωτική. Η μεθόριος που εκτείνεται από τον Έβρος ως την Αδριατική δεν ήταν δυνατό να φυλαχθεί παρά μόνο με αραιά φυλάκια, τα οποία δεν ήταν καν σε θέση να σταματήσουν το λαθρεμπόριο. Στις έδρες των διμοιριών, των λόχων και των συνοριακών τομέων δεν υπήρχε καμία διαθέσιμη δύναμη παρά κάποιοι ημιονηγοί, αποθηκάριοι, γραφείς και υπηρετικό προσωπικό. Και στις έδρες των παραμεθόριων μονάδων η κατάσταση ήταν η ίδια και ιδιαίτερα στην ελληνοβουλγαρική μεθόριο.

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του 1936, οι ανάγκες του Στρατού απαιτούσαν τους τριπλάσιους άνδρες. Για την προκάλυψη απαιτούνταν 6900 άνδρες χωρίς να υπολογιστούν οι φρουρές των οχυρών που κατασκευάστηκαν αργότερα και κάποιων ταγμάτων, τα οποία δημιουργήθηκαν τελευταία για την ανάγκη παραπάνω ενίσχυσης της προκάλυψης προς τη πλευρά της Βουλγαρίας. Για τις αποσπάσεις απαιτούνταν 3500 άνδρες τουλάχιστον για τη λειτουργία υπηρεσιών και καταστημάτων, ενώ υπήρχαν ανάγκες στελέχωσης των εκπαιδευτικών εκστρατευτικών πυρήνων που ανερχόταν στον αριθμό των 9.000 ανδρών. Συνολικά δηλαδή οι ανάγκες του «ενεργού στρατού» απαιτούσαν σύνολο 21.600 άνδρες13.

Συναφές με το παραπάνω είναι και το ζήτημα της θητείας. Οι ελληνικές κυβερνήσεις επιδίωκαν συνεχώς τη μείωσή της για την επίτευξη της οικονομίας. Το 1925 ορίστηκε σε 18 μήνες, Το 1926 οι κληρωτοί έμπαιναν σε υποχρεωτική άδεια μετά την ολοκλήρωση του 16ου μήνα. Μετά από ένα έτος αυξήθηκε η υποχρεωτική άδεια σε τρεις μήνες και το 1930 σε τέσσερεις μήνες. Το 1932 μειώθηκε το ανώτατο χρονικό όριο της θητείας από δεκαοχτώ σε δεκατέσσερεις μήνες και εισήχθη ο θεσμός των δίμηνων υποχρεωτικών αγροτικών αδειών με τη θητεία να διαρκεί δώδεκα μήνες14. Το 1933 καταργήθηκαν οι αγροτικές άδειες με διάρκεια θητείας δώδεκα μήνες με έναρξη εφαρμογής από τη κλάση του 1934. Πέρα των παραπάνω, λήφθηκαν διάφορα χαριστικά μέτρα, όπως η επέκταση της απαλλαγής, το δικαίωμα της εξαγοράς του τετραμήνου θητείας των απαλλαγέντων αντί μικρού ποσού, αύξηση του αριθμού των βοηθητικών, αναβολές κ.α. Το 1935 τέθηκε εκ νέου από το ΓΕΣ το ζήτημα της αύξησης της θητείας. Με τον Αναγκαστικό Νόμο Περί αντικαταστάσεως άρθρου του νόμου “περί στρατολογίας” (17 Οκτωβρίου 1935, ΦΕΚ 477, τεύχος Α΄) καθορίζεται ότι:

«Η θητεία είναι διετής δι’ άπαντα τα όπλα και Σώματα. Κατ’ εξαίρεσιν οι Μουσουλμάνοι υπέχουσιν δωδεκάμηνον μόνον θητείαν και δύνανται μετά πεντάμηνον πραγματικήν υπηρεσίαν να εξαγοράσωσι το απομένον υπόλοιπον αντί 3.000 δραχμών […]. Επίσης δωδεκάμηνον θητείαν υπέχουσι και άπαντες οι βοηθητικοί οίτινες δύνανται επί πλέον να υπαχθώσιν και εις την ανωτέρω δια τους Μουσουλμάνους διάταξιν περί εξαγοράς εφ’ όσον έχουσι κριθή βοηθητικοί παρ’ Επιτροπής Απαλλαγών ή εφ’ όσον κατά τον 5ο μήνα της υπηρεσίας των διαπιστωθή παρ’ Επιτροπής Απαλλαγών ότι εξακολουθεί υφισταμένη η πάθησις δι’ ήν εκρίθησαν βοηθητικοί».

Με τον παραπάνω νόμο λύθηκε εν πολλοίς το ζήτημα των κληρωτών με ευεργετικό αποτέλεσμα η εκπαίδευσή τους να λάβει συστηματικότερη μορφή και να προωθηθεί τάχιστα. Προβλήματα όμως υπήρχαν και στο θέμα των στελεχών. Στην κατηγορία των στελεχών επικρατούσε χάος, λόγω των αλλεπάλληλων εξόδων από το στράτευμα εξαιτίας των αλλεπάλληλων στρατιωτικών κινημάτων του Μεσοπολέμου, των συνακόλουθων ανακλήσεων και των ομαδικών προαγωγών υπεράριθμων. Οι πολιτικές που εφαρμόζονταν στο σώμα των στελεχών είχε περισσότερο ως στόχο την εξυπηρέτηση των αναγκών των προαγωγών παρά το συμφέρον του στρατεύματος. Χαρακτηριστικό φαινόμενο της ανωμαλίας ήταν η παραμονή στελεχών στον βαθμό του λοχαγού από το 1923 μέχρι το 1935, όταν και προήχθησαν τελικά στον βαθμό του ταγματάρχη λόγω τις αποψίλωσης μετά το κίνημα του 1935 για να μείνουν και πάλι στον αυτό βαθμό για οκτώ έτη15. Παράλληλα παρατηρείται μια αύξηση των βαθμών των ανωτέρων και ανωτάτων αξιωματικών.

Από το 1936 αναζητήθηκε ο εξορθολογισμός του συστήματος με βάση τις ακόλουθες αρχές: πρώτον· να καλύπτονται οι ανάγκες του στρατεύματος όσο το δυνατόν περισσότερο, ιδιαίτερα στους μεγαλύτερους βαθμούς. Δεύτερον· οι ανάγκες του στρατεύματος σε μόνιμα στελέχη με την κάθε μεταβολή του Σχεδίου Επιστρατεύσεως να ακολουθείται από ανάλογη μεταβολή του Νόμου των Στελεχών και παράλληλα να μην αγνοούνται οι στρατιωτικές ανάγκες εν καιρώ ειρήνης και τρίτον, να επιτυγχάνεται η κανονική εξέλιξη, όσο το δυνατόν, των αξιωματικών. Σύμφωνα με τον Νόμο των Στελεχών που ίσχυε το 1940, δικαιολογούνταν 7 αντιστράτηγοι και 35 υποστράτηγοι, στους ανώτερους βαθμούς, δηλαδή το 90% των προβλεπόμενων στο Σχέδιο Επιστρατεύσεως, στους λοχαγούς το 60% και στους υπόλοιπους βαθμούς ποσοστό λίγο παραπάνω από το ποσοστό των λοχαγών που είχε περικοπεί16. Για να συμπληρωθεί ο αριθμός των κατώτερων αυξήθηκε ο αριθμός των εισαγομένων στις παραγωγικές σχολές. Στην Σχολή Ευελπίδων το 1936 εισήχθησαν 250 μαθητές και από το 1937 320 μαθητές κάθε έτος. Στη Σχολή Στρατιωτικών Υπηρεσιών εισήχθησαν ετησίως περίπου 120 μαθητές17.

Με το χαμόγελο στα χείλη νικούσαμε του εχθρούς! Δεκέμβριος 1940. Πορεία προς το Αργυρόκαστρο. Ο ελληνικός στρατός, σε μια διαδρομή επιτυχιών – Πόγραδετς, Πρεμετή, Αγιοι Σαράντα, Δέλβινο – θα καταλάβει το Αργυρόκαστρο στις 8 Δεκεμβρίου (Φωτ.: Συλλογή Μ. Γ. Τσάγκαρη).

Παράλληλα, μέχρι να συμπληρωθούν οι κατώτεροι βαθμοί, παρέμειναν υπό τα όπλα προς κάλυψη των κενών, μετά τη λήξη της θητείας τους, περίπου 500 έφεδροι ανθυπολοχαγοί με αίτησή τους κατόπιν αυστηρής επιλογής. Αυτοί είχαν ετήσια υποχρέωση υπηρεσίας, η οποία θα μπορούσε να ανανεωθεί.

Όσο αφορά στους υπαξιωματικούς, δημιουργήθηκε στην Κέρκυρα Προπαρασκευαστική Σχολή Υπαξιωματικών, στην οποία γίνονταν δεκτά ορφανά ηλικίας 14-17 ετών για πενταετή φοίτηση18. Οι απόφοιτοι της σχολής αυτής είχαν την υποχρέωση για εξαετή υπηρεσία σύμφωνα με τον νόμο περί εθελοντών υπαξιωματικών, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ το 1929. Προβλεπόταν η ένταξη στο Σώμα των μονίμων υπαξιωματικών από ανακατάταξη των υπηρετούντων, από τους αποφοίτους της Προπαρασκευαστικής Σχολής, από τελειόφοιτους Γυμνασίου με τον βαθμό του δεκανέα και με κατάταξη με εθελούσια υποχρέωση των απολυόμενων αποφοίτων των σχολών εφέδρων αξιωματικών με τον βαθμό του λοχία. Παράλληλα, οργανώθηκε και Σχολή Τεχνιτών στη Θεσσαλονίκη.

Όσο αφορά στους εφέδρους αξιωματικούς αυτοί από το 1926 εκπαιδεύονταν σε μία σχολή, τη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών που λειτούργησε πρώτα στην Αθήνα και μετά στη Χαλκίδα. Το 1934 δημιουργήθηκαν για κάθε Όπλο ξεχωριστές σχολές: για το Πεζικό δύο, στη Κέρκυρα και τη Σύρο, για το Πυροβολικό στη Χαλκίδα, για το Ιππικό στη Λάρισα, για το Μηχανικό στην Αθήνα και για το Σώμα Αυτοκινήτων στην Αθήνα. Από το 1936 αυξήθηκε ο αριθμός των εισερχομένων, οι οποίοι ονομάστηκαν ανθυπασπιστές μετά το πέρας εκπαίδευσης εννέα μηνών στις σχολή εφέδρων. Όταν απολύθηκαν, ονομάστηκαν ανθυπολοχαγοί. Για τη συμπλήρωση των θέσεων των μη μάχιμων μονάδων, έγινε επιλογή διπλωματούχων Ανωτάτων Σχολών, οι οποίοι μετά από εκπαίδευση σε Ουλαμούς, ονομάστηκαν έφεδροι αξιωματικοί19.

Σύμφωνα με το Νομοθετικό Διάταγμα Περί οργανισμού του κατά Γην Στρατού (16 Ιουλίου 1926, ΦΕΚ 236), η Χώρα διαιρούταν σε 38 στρατολογικά διαμερίσματα που το κάθε ένα αντιστοιχούσε σε ένα σύνταγμα πεζικού ή ευζώνων. Προβλέπονταν δώδεκα μεραρχίες και μια ταξιαρχία πεζικού, πέντε σώματα στρατού, έξι συνοριακοί τομείς, τέσσερα τάγματα «Δημοκρατικής Φρουράς20», τρία τάγματα βαρέων πυροβόλων, ένα φρουριακό τάγμα πολυβόλων, ένα σύνταγμα αρμάτων μάχης, δώδεκα συντάγματα ορειβατικού πυροβολικού, πέντε συντάγματα πεδινού πυροβολικού, ένα σύνταγμα φρουριακού πυροβολικού, τρία συντάγματα αεροπλάνων, έξι μοίρες αυτοκινήτων, Φρούριο Θεσσαλονίκης και διάφορες μη μεραρχιακές μονάδες, υπηρεσίες και καταστήματα. Το πρόβλημα του οργανισμού αυτού ήταν ότι προέβλεπε μονάδες για τις οποίες απαιτούνταν μεγάλες δαπάνες για τον εξοπλισμό τους.

Με τον Νόμο 4321/ 1929 Περί Οργανισμού του Στρατού (16 Αυγούστου 1929, ΦΕΚ 282), η δύναμη του Στρατού μειωνόταν δραστικά. Γενικά προβλέπονταν τέσσερα στρατηγεία σωμάτων στρατού (Αθήνα, Λάρισα, Θεσσαλονίκη, Καβάλα), έντεκα στρατηγεία μεραρχιών (Λάρισα, Αθήνα, Πάτρα, Ναύπλιο, Χανιά, Σέρρες, Ιωάννινα, Κοζάνη, Βέροια, Θεσσαλονίκη, Κομοτηνή), δύο στρατηγεία ταξιαρχιών ιππικού (Λάρισα, Θεσσαλονίκη), εικοσιτέσσερα συντάγματα πεζικού, τέσσερα τάγματα ευζώνων, οκτώ συντάγματα και μια μοίρα ορειβατικού πυροβολικού, δύο συντάγματα πεδινού πυροβολικού, δύο συντάγματα βαρέος πυροβολικού, τέσσερα συντάγματα ιππικού, δύο συντάγματα σκαπανέων, ένα σύνταγμα τηλεγραφητών, ένα σύνταγμα σιδηροδρόμων, ένα τάγμα γεφυροποιών, τρία συντάγματα αεροπλάνων καθώς και μη μεραρχιακές μονάδες, υπηρεσίες και καταστήματα.

Ο Οργανισμός του 1935 παρουσίαζε βελτιώσεις σε θέματα επιστράτευσης και τη γενικότερη στρατιωτική κατάσταση της Χώρας. Ακολούθησε ο Οργανισμός του 1937, ο οποίος αντικαταστάθηκε από τον Οργανισμό του 1939 λόγω του Συμμαχικού Σχεδίου Επιχειρήσεων που είχε καταρτιστεί σε εκτέλεση των στρατιωτικών συμφωνιών της Βαλκανικής Συνεννόησης και των υποχρεώσεων που απέρρεαν από αυτές καθώς και του εξοπλισμού της Βουλγαρίας.

Κορυτσά, 22 Νοεμβρίου 1940. Μετά την κατάληψη της πόλης από τον Ελληνικό Στρατό. Έλληνες στρατιώτες στον εξώστη του Δημαρχείου (Φωτ.: Σπ. Χαλκίδης – Συλλογή Μ. Γ. Τσάγκαρη).

Όσο αφορά στο πολεμικό υλικό, η πρώτη σοβαρή προσπάθεια ανανέωσης έγινε το 1926 από τη δικτατορία του Παγκάλου, η οποία διέθεσε ένα δισεκατομμύριο δραχμές. Με αυτές τις πιστώσεις παραγγέλθηκαν: 1752 πολυβόλα Hotchkiss των 7,92., 6.000 οπλοπολυβόλα Hotchkiss των 6,5. , 32 βαρέα πολυβόλα Hotchkiss των 13,2 αντιαεροπορικά, 100.000 τυφέκια Mannlicher των 6,5. , 25.000 αραβίδες Mannlicher των 6,5. , 192 ορειβατικά πυροβόλα των 75/19 και 120 ορειβατικά πυροβόλα των 105/19. Από το 1923 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1935 είχαν διατεθεί 3, 190 εκ. δραχμών για τη προμήθεια του πολεμικού υλικού21. Τα χρόνια 1935 – 1940, ιδιαίτερα κατά τη διακυβέρνηση Μεταξά, δόθηκε μεγάλη μέριμνα τόσο στην προμήθεια πολεμικού υλικού, όσο και για την οχύρωση της παραμεθορίου ζώνης και τον εξοπλισμό του πιθανού Θεάτρου Επιχειρήσεων προς τη Βουλγαρία22. Παράλληλα, δόθηκε ιδιαίτερη μέριμνα στην παραγγελία και απόκτηση αντιαεροπορικού πυροβολικού, όλμων, αρμάτων μάχης και αντιαρματικών όπλων, φορητού οπλισμού πεζικού, ενώ συγχρόνως πραγματοποιούνταν και εργασίες συντήρησης του ήδη υπάρχοντος πυροβολικού.

Στο παραπάνω τιτάνιο εξοπλιστικό πρόγραμμα δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στην ανάπτυξη της εγχώριας πολεμικής βιομηχανίας23. Τον Ιούνιο του 1939 υπογράφτηκε σύμβαση με την Ελληνική Εταιρεία Πυριτιδοποιείου και Καλυκοποιείου (ΕΕΠΚ) με την οποία της δόθηκαν παραγγελίες κατασκευής πυρομαχικών πυροβολικού, όλμων και πεζικού αξίας 600.000.000 περίπου δραχμών πληρωτέων σε δέκα ετήσιες δόσεις. Αυτά τα πυρομαχικά πυροβολικού και πεζικού παραλήφθηκαν όλα, ένα μέρος πριν την 28η Οκτωβρίου και τα υπόλοιπα στις αρχές του πολέμου εκτός από τα τροχιοδεικτικά φυσίγγια πολυβόλων, διατρητικά και τροχιοδεικτικά βαρέων πυροβόλων των 13,2. , βλήματα αντιαεροπορικών πυροβόλων των 20, των 37 και των 88. Η κατασκευή των αντιαεροπορικών βλημάτων είχε προχωρήσει αρκετά και τον Απρίλιο του 1941 προβλεπόταν να αρχίσει η παραλαβή τους σε σημαντικές ποσότητες.

Για τη δημιουργία εγχώριου ανταγωνισμού, τον Αύγουστο του 1939 ανατέθηκε στη βιομηχανία εμαγιέ Αθ. Κώστα η κατασκευή 100.000 πλήρων βλημάτων όλμου Μπραντ, 5.200 βλημάτων Μπραντ ισχυρών, 7. 650 καπνογόνων και 3.000 ασκήσεων. Η αξία αυτής της παραγγελίας ανήλθε στις 101.980.000 δραχμές. Η βιομηχανία Κώστα είχε επίσης την υποχρέωση να ιδρύσει στη περιοχή Λαυρίου πλήρες εργοστάσιο κατασκευής βλημάτων όλμων ενώ συζητήθηκε με την εταιρεία η μελλοντική ίδρυση εργοστασίου κατασκευής όλμων. Παρά την έκρηξη του πολέμου στην Ευρώπη το 1939 και τις αναμενόμενες δυσχέρειες, ιδρύθηκε το εργοστάσιο βλημάτων, εφοδιάστηκε με σύγχρονα μηχανήματα και πραγματοποιήθηκε η παραγγελία των απαιτούμενων πρώτων υλών. Παρ’ όλα αυτά, το εργοστάσιο δεν κατάφερε να αρχίσει τη λειτουργία του μέχρι στις 28 Οκτωβρίου 1940, γιατί πρώτον· έλειπαν συμπληρωματικά μηχανήματα μικρής αξίας, τα οποία όμως ήταν αναγκαία για τη λειτουργία του εργοστασίου και δεύτερον· γιατί αναμένονταν οι πρώτες ύλες οι οποίες είχαν παραγγελθεί από τη Γαλλία. Μετά την κατάρρευση της Γαλλίας, παραγγέλθηκαν εκ νέου από τις ΗΠΑ.

Επειδή το Υπουργείο Στρατιωτικών θεωρούσε τη λειτουργία του παραπάνω εργοστασίου νευραλγικής σημασίας, εξώθησε τη βιομηχανία Κώστα σε συνεργασία με την ΕΕΠΚ, η οποία όμως δεν τελεσφόρησε. Τελικά, η βιομηχανία Κώστα δέχθηκε να πουλήσει ολόκληρο το εργοστάσιο στην ΕΕΠΚ. Την ημέρα της επιστράτευσης οι δυνατότητες τις εγχώριας βιομηχανίας, δηλαδή της ΕΕΠΚ, προβλεπόταν ότι θα ήταν ημερησίως 800.000 – 1.000.000 φυσίγγια πεζικού, 2.500 – 3.000 οβίδες παντός διαμετρήματος (στη πραγματικότητα όχι παραπάνω από 2.000), 1.000 -1500 βλήματα Μπραντ, 2.500 – 3.000 πυροσωλήνες Rheinmetall, 1.000 πυροσωλήνες Μπραντ και γεμίσματα σε πλήρη επάρκεια από τον Δεκέμβριο του 1940. Την ημέρα της επιστράτευσης, η ΕΕΠΚ είχε πρώτες ύλες για ένα τρίμηνο.

Παράλληλα, έγιναν προσπάθειες προμήθειας από τη Γαλλία, η οποία είχε υποσχεθεί τη χορήγηση υλικού επί πιστώσει το καλοκαίρι του 1939, διακοσίων τριάντα όλμων Μπραντ με ενενήντα χιλιάδες βλήματα, έξι πυροβολαρχιών των 155 με εννέα χιλιάδες εξακόσια βλήματα, είκοσι αρμάτων μάχης των 6-7 τόνων, οκτακοσίων πολυβόλων Hotchkiss και χιλίων διακοσίων οπλοπολυβόλων Hotchkiss με τριάντα έξι εκατομμύρια πεντακόσιες χιλιάδες φυσίγγια, δεκατριών αντιαεροπορικών πυροβολαρχιών των 75, διακοσίων αντιαεροπορικών πυροβόλων των 20 με επτακόσιες σαράντα χιλιάδες πλήρη βλήματα και ογδόντα τρεις χιλιάδες διακόσια πλήρη βλήματα αντιαεροπορικού των 75, πέντε πυροβολαρχιών των 105/25, δεκαεπτά ορειβατικών πυροβολαρχιών των 75/19, πέντε πυροβολαρχιών των 85/25, πενήντα μία χιλιάδων διακοσίων βολών ορειβατικού πυροβόλου των 75/19, είκοσι τριών χιλιάδων τετρακοσίων βολών ορειβατικού των 105/19, έξι πλήρων αυτοκινήτων χειρουργικών και δώδεκα πλήρων αυτοκινήτων λουτρού. Η παραγγελίες αυτές δεν ολοκληρώθηκαν διότι η γαλλική βιομηχανία εκδήλωσε αδυναμία ανάληψης παραγγελιών24.

Από το 1936 ξεκίνησε η ανακαίνιση του συγκοινωνιακού δικτύου της Χώρας25. Διετέθησαν 202 εκατομμύρια δραχμές για τη συμπλήρωση και την ανακαίνιση των οδών Θεσσαλονίκης – Αλεξανδρούπολης, Κομοτηνής – Νυμφαίας, Ξάνθης – Εχίνου – Συνόρων, Δράμας – Παπάδων – Σιδηρονέρου, Δράμας – Κάτω Νευροκοπίου και Σερρών – Κάτω Βροντού. Επιπρόσθετα, με ιδιαίτερο νόμο χαρακτηρίστηκαν ως εθνικές όλες οι στρατιωτικού ενδιαφέροντος οδοί Μακεδονίας, Θράκης και Ηπείρου. Παράλληλα, πραγματοποιήθηκαν τα ακόλουθα λιμενικά έργα με πίστωση 50 εκατομμυρίων δραχμών. Διάνοιξη λιμένα Αμφίπολης, του οποίου η διάμετρος έγινε τετρακόσια μέτρα και το βάθος 8 μέτρα, ενώ εξοπλίστηκε με τέσσερεις μόνιμες αποβάθρες με την κάθε μία να επιτρέπει τη πλεύριση δύο ατμοπλοίων, ενώ εξυπηρετήθηκε πλήρως από το σιδηροδρομικό δίκτυο. Κατασκευάστηκαν συμπληρωματικές μόνιμες αποβάθρες στους λιμένες των Ελευθερών, Κεραμωτής, Πόρτο Λάγο και όρμου Φανάρι με σχετική εκβάθυνση των εισόδων. Χωρίστηκε η διώρυγα Ποτίδαιας σε πλάτος 15 και βάθος 7 μέτρων. Διανοίχθηκε ο λιμένας Πιερίας στη περιοχή Κατερίνης και άρχισε η κατασκευή του λιμένα Αλεξανδρούπολης με τον κυματοθραύστη του να μην έχει ολοκληρωθεί τον Οκτώβριο του 194026.

Η Οχύρωση

Στη δεκαετία του 1920 οι μελέτες για τη διενέργεια οχυρώσεων ήταν αραιές και ατελείς27. Κατά τα έτη 1924 -1925 πραγματοποιήθηκε μελέτη οχύρωσης των περιοχών βορείως Ξάνθης, Κάτω Νέστου, Πόρτο Λάγο και τη περιοχή που ευρίσκεται βορείως της Νυμφαίας. Το 1926, πραγματοποιήθηκε μελέτη για την οχύρωση των περιοχών Σμολ, Μαγιαδάγ και Αρτζάν (διάδρομος Αξιού) για την κατασκευή έργων εκστρατείας. Το 1928 μελετήθηκε η οχύρωση της Θεσσαλονίκης επί του ίχνους περίπου του παλαιού – κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο – περιχαρακωμένου στρατοπέδου από τακτικής άποψης και δεν αφορούσε ολόκληρο το ανάπτυγμα της τοποθεσίας, ενώ δεν είχε επεκταθεί στο οικονομικό και τεχνικό μέρος.

Αντιαρματικές περιφράξεις στην “γραμμή Μεταξά”, 1941.

Τον Νοέμβριο του 193328 το θέμα αρχίζει να έχει μια πιο σοβαρή αντιμετώπιση με την υποβολή στον τότε Α/ΓΕΣ εκθέσεων του ΙΙΙ γραφείου του ΓΕΣ που αφορούσαν στην άμυνα της Χώρας, μία από αυτές αφορούσε στην οχύρωση. Ενώ όμως οι άλλες αναφορές τελεσφόρησαν, το ζήτημα της οχύρωσης παρέμεινε στάσιμο λόγω της μεγάλης οικονομικής δαπάνης σε σχέση και με τις άλλες ανάγκες του Στρατού. Στις 7 Ιανουαρίου 1935, ο Α/ΓΕΣ υπέβαλε στον πρόεδρο της Κυβερνήσεως έκθεση με την οποία τονιζόταν η παραμέληση στον εφοδιασμό και την οχύρωση της Χώρας. Μετά από εντολή της κυβέρνησης, το ΓΕΣ συγκρότησε επιτροπή, η οποία υπολόγισε την όλη δαπάνη της οχύρωσης σε ποσό που υπερέβαινε τα τέσσερα δισεκατομμύρια δραχμές. Στη συνέχεια, στις 29 Ιανουαρίου 1935 το ΓΕΣ υπέβαλε υπόμνημα προς τη κυβέρνηση και τους πολιτικούς ηγέτες με το οποίο ζητούσε 200 εκατομμύρια δραχμές σε πρώτη δόση για την οχύρωση της προς Βουλγαρία ζώνης προκάλυψης. Κατόπιν, δημιουργήθηκε η Επιτροπή Μελετών Οχυρώσεων (Ε.Μ.Ο.) για την διενέργεια συστηματικών μελετών από την αρχή, καθ’ όσον οι προηγούμενες κρίθηκαν ατελείς και αποσπασματικές.

Φωτογραφία-ντοκουμέντο λίγο μετά την παράδοση του οχυρού Ρούπελ στις 10 Απριλίου 1941, την επομένη μέρα της συνθηκολόγησης (πηγή: roupel.gr)

Η ΕΜΟ έλαβε υπ’ όψη όλες τις περιοχές με ανάγκες οχύρωσης και κατέληξε στην ακόλουθη σειρά κατά σειρά προτεραιότητας: Ανατολική Μακεδονία, Κεντρική Μακεδονία, Δυτική Μακεδονία και τέλος της Δυτικής Θράκης. Στις αρχές του 1936, προκηρύχθηκε διαγωνισμός με διαθέσιμες πιστώσεις 62, 5 εκατομμυρίων δραχμών για την ανάδειξη εργολάβων για την εκτέλεση των έργων οχύρωσης. Ο διαγωνισμός πραγματοποιήθηκε τον Απρίλιο του 1936 και αφορούσε στη κατασκευή ορισμένων επιφανειακών έργων στις περιοχές κοιλάδος Στρυμόνος, υψιπέδου Κάτω Νευροκοπίου και Δυτικής Θράκης και διάνοιξη οδού προς Βώλακα. Τέσσερεις από τους εργολάβους άρχισαν τις εργασίες από τέλη Μαΐου – αρχές Ιουνίου και των υπόλοιπων οχυρών τον Ιούλιο. Ο Α/ΓΕΣ αντιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος εγκαινίασε το πρώτο πολυβολείο στις 20 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους.

10 Απριλίου 1941: Στρατιώτες της φρουράς του Ρούπελ αποχωρούν συντεταγμένα από το οχυρό, μετά την παράδοσή του.

Στο θέμα του εξοπλισμού των οχυρών υπήρχαν δύο επιλογές ή να χρησιμοποιηθεί ο ήδη υπάρχων εξοπλισμός εκστρατείας ή να προχωρήσει ο Στρατός σε προμήθεια ειδικού οπλισμού, ο οποίος θα ήταν κατασκευασμένος ειδικά για την υπεράσπιση οχυρών. Η πρώτη επιλογή ήταν οικονομικότερη και είχε το πρόσθετο πλεονέκτημα ότι μπορούσε να πραγματοποιηθεί άμεσα. Η δεύτερη επιλογή απαιτούσε μεγάλες δαπάνες και μεγάλο χρονικό διάστημα δύο έως τεσσάρων ετών για τη προμήθειά τους. Κατόπιν των ανωτέρω, προκρίθηκε η πρώτη επιλογή και ειδικές παραγγελίες θα γίνονταν μόνο για όπλα που δεν υπήρχαν στις αποθήκες ή για αυτά που δεν ήταν δυνατόν να χρησιμοποιηθούν στα οχυρά.

Η ολοκλήρωση της οχύρωσης και ιδιαίτερα στη τοποθεσία Μπέλες – Νέστος29, εξασφάλισε την Ελλάδα από ενδεχόμενο αιφνιδιασμό, ενώ αποτελούσε σημαντικό στήριγμα του Στρατού τόσο στην άμυνα όσο και στην επίθεση. Τέλος, επέτρεψε στο να επικεντρώσει ο Ελληνικός Στρατός τις προσπάθειές του εναντίον των Ιταλών χωρίς να υπάρχει ανησυχία ενδεχόμενης βουλγαρικής εισβολής. Η προβλεπόμενη δύναμη σε προσωπικό των οχυρών ήταν 9.740 στρατιώτες και 329 αξιωματικοί30. Σημαντικό ρόλο στη κατασκευή των οχυρώσεων, της «Γραμμής Μεταξά» έπαιξε η Ελληνική Χαλυβουργία, η οποία αν και άρχισε να λειτουργεί το 1937, προμήθευσε όλο τον αναγκαίο χάλυβα και σκυρόδεμα για τα οχυρά31.

Το Πολεμικό Ναυτικό τη περίοδο του Μεσοπολέμου (1923-1940)

Αυτήν την περίοδο, παραλαμβάνονται από το Πολεμικό Ναυτικό τα έξι υποβρύχια, τα οποία θα αποτελέσουν σημαντική δύναμη του Ναυτικού στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Από αυτά τα έξι, τα δύο ήταν τύπου Schneider-Laubeuf και παραγγέλθηκαν στη Γαλλία το 1925. Ήταν τα Κατσώνης (Υ1) και Παπανικολής (Υ2). Το Κατσώνης καθελκύστηκε στις 20 Μαρτίου 1926 στα ναυπηγεία Chantiers de la Gironde στο Μπορντώ (Bordeaux). Η παραλαβή του υποβρυχίου και η ύψωση της σημαίας έγινε στις 8 Ιουνίου 1928, με πρώτο κυβερνήτη τον αντιπλοίαρχο Κωνσταντίνο Αρβανίτη. Το Παπανικολής καθελκύστηκε στις 3 Νοεμβρίου 1926, στα ναυπηγεία Ateliers & Chantiers de la Loire στη πόλη Νάντη (Nantes). Η παραλαβή έγινε την 21η Δεκεμβρίου 1927 από τον αντιπλοίαρχο Παναγιώτη Βανδώρο.

Τα άλλα τέσσερα τύπου LoireSimonot ναυπηγήθηκαν στη Γαλλία, μεταξύ των ετών 1927-1930. Αυτά ήταν τα Πρωτεύς (Υ3), Νηρεύς (Υ4), Τρίτων (Υ5) και Γλαῦκος (Υ6). Το Πρωτεύς καθελκύστηκε στην Νάντη στα ναυπηγεία Ateliers et Chantiers de la Loire (St. Nazaire, στις 24 Οκτωβρίου 1927). Η παραλαβή του υποβρυχίου έγινε στις 31 Αυγούστου 1929, στον λιμένα Laninon της Βρέστης (Brest), με πρώτον κυβερνήτη τον αντιπλοίαρχο Αθανάσιο Ξηρό.32 Το Νηρεύς καθελκύστηκε στις 28 Δεκεμβρίου του 1927 στη Νάντη, ενώ παρελήφθη στις 28 Φεβρουαρίου/1 Μαρτίου του 193033στη Βρέστη, με πρώτον κυβερνήτη τον πλωτάρχη Στέφανο Τσιριμώκο. Το Τρίτων καθελκύστηκε στις 4 Απριλίου 1928 στη Νάντη, ενώ παραλήφθηκε την 1η Δεκεμβρίου του 1930 με πρώτον κυβερνήτη τον πλωτάρχη Πέτρο Πρωτόπαππα. Το Γλαῦκος καθελκύστηκε το 1928 στα Chantiers Naval Francais at Blainville, ενώ παραλήφθηκε την 1η Δεκεμβρίου του 193034 στη Βρέστη, με πρώτον κυβερνήτη τον πλωτάρχη Αθανάσιο Ζάγκα.

Παράλληλα, με την παραγγελία των υποβρυχίων, άρχισαν να χτίζονται στον Ναύσταθμο Σαλαμίνας, όλες οι απαραίτητες κτιριακές εγκαταστάσεις για να στεγαστούν η Διοίκηση και η Σχολή Υποβρυχίων, το Συνεργείο Συσσωρευτών, ο Υποσταθμός Ηλεκτροδότησης, τα διάφορα συνεργεία συντήρησης ηλεκτρολογικού και μηχανολογικού εξοπλισμού, οι αποθήκες αμοιβού υλικού καθώς και οι ενδιαιτήσεις του προσωπικού.35 Την ίδια περίοδο, η Διοίκηση Υποβρυχίων στεγάστηκε στην πρώην βασιλική θαλαμηγό Ἀμφιτρίτη.36


Άποψη της Βάσης Υποβρυχίων στον Ναύσταθμο Σαλαμίνας με παραβεβλημένα τρία από τα έξι υποβρύχια του Ελληνικού Στόλου. Υπηρεσία Ιστορίας Ναυτικού.

Την ίδια περίοδο, στην Τουλών, γίνεται ριζική μεταβολή του ευδρόμου Ἑλλη,37 το οποίο μετασκευάζεται και ως ναρκοθέτις. Επιπλέον, γίνεται ριζική μετασκευή των τεσσάρων αντιτορπιλικών τύπου Λέων38 στη Μ. Βρετανία (πετρελαιολέβητες, εγκατάσταση σύγχρονου πυροβολικού). Στο θωρηκτό Γ. Αβέρωφ, γίνονται επίσης αλλαγές αυλών λεβήτων, εγκατάσταση κατευθυντήρα και άλλες μικρότερες εργασίες στην Τουλών.39 Ριζική επισκευή στην Ελλάδα των έξι αυστριακών τορπιλοβόλων,40 τα οποία είχαμε λάβει ως πολεμική αποζημίωση με το πέρας του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Τέλος, έγινε ριζική επισκευή όλων των τορπιλοβόλων στην Ελλάδα.

Σε αυτήν την προσπάθεια ανανέωσης και εξοπλισμού του Πολεμικού Ναυτικού, πρέπει να τονιστεί η προσωπικότητα του ναυάρχου Χατζηκυριάκου,41 ο οποίος έδωσε μεγάλη βαρύτητα και στην εκπαίδευση των πληρωμάτων των υποβρυχίων.42 Μάλιστα, επί υπουργίας του εστάλησαν στη Γαλλία για εκπαίδευση ακόμη και οι κατώτεροι αξιωματικοί και υπαξιωματικοί, με αποτέλεσμα την ομαλή συγκρότηση του υποβρυχιακού όπλου στην Ελλάδα χωρίς ατυχήματα.

Από το 1928 σημειώνεται διάσταση απόψεων μεταξύ του Βενιζέλου και των αξιωματικών του Ναυτικού σχετικά με την κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθήσει ο Στόλος. Οι αξιωματικοί του Ναυτικού εκτιμούσαν ότι ο Στόλος πρέπει να αποκτήσει βαρέα σκάφη, ενώ ο Βενιζέλος πίστευε ότι θα έπρεπε να έχει μόνο αντιτορπιλικά, υποβρύχια και αεροσκάφη προορισμένα μόνο για άμυνα.43 Παράλληλα, οι εξοπλισμοί του Ναυτικού εντάσσονται και υποτάσσονται στο πολιτικό και κυρίως, διπλωματικό επίπεδο πολιτικής του Βενιζέλου. Αυτό το διπλωματικό επίπεδο είχε δύο άξονες, ελληνοτουρκική και ελληνοϊταλική προσέγγιση.

Ο Έλληνας πρωθυπουργός, εκτός των άλλων λόγων, θέλοντας να δείξει την ειλικρινή του πίστη στην ελληνοτουρκική φιλία, αποφάσισε τον παροπλισμό των θωρηκτών Κιλκίς και Λήμνος, των οποίων μόλις είχε λήξει η αντί 80.000 λιρών επισκευή μηχανών και λεβήτων και τέλος, την ολοκληρωτική απόρριψη του Σαλαμίς με σημαντική επιβάρυνση του Δημοσίου.44 Από την άλλη όμως, ο Ελληνικός Στόλος έπεσε θύμα της τότε οικονομικής στενότητας.45


Χαρά λίγο πριν τον Πόλεμο. Ναυτικοί Δόκιμοι σε εκδρομή το 1939. Υπηρεσία Ιστορίας Ναυτικού.

Στο ίδιο διπλωματικό πλαίσιο, παραγγέλθηκαν και αποκτήθηκαν από τα ιταλικά ναυπηγεία Ansaldo τα τέσσερα αντιτορπιλικά τύπου Dardo, τα Κουντουριώτης, Σπέτσαι, Ὕδρα και Ψαρά. Η αγορά αυτή που εξυπηρέτησε διπλωματικούς σκοπούς, θεωρείται γενικά ως αποτυχημένη, όσο αφορά την ποιότητα των πλοίων.46 Στη συνέχεια, αγοράστηκαν δύο τορπιλάκατοι από το Thornycroftστην Αγγλία. Οι δύο τορπιλάκατοι, οι οποίες ονομάστηκαν απλά Τ1 και Τ2, ήταν δύο ασήμαντες και άστοχες αγορές. Και οι δύο βυθίστηκαν το 1941 από τους Γερμανούς. Αυτή η πολιτική εξοπλισμών κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου θα κοστίσει στο Πολεμικό Ναυτικό στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Εντούτοις, η ευψυχία των αξιωματικών και των πληρωμάτων θα εξισορροπήσει τις ελλείψεις σε υλικό και αξιόμαχες ναυτικές μονάδες.

Το Πολεμικό Ναυτικό 1936 -1940

Όπως ήδη αναφέρθηκε κεντρικό σημείο της πολεμικής προπαρασκευής του Ναυτικού τα χρόνια 1936-1940 είναι η οργάνωση των Ναυτικών Διοικήσεων. Παρακάτω αναλύεται η προπαρασκευή του Ναυτικό σε επίπεδο Ναυτικών Διοικήσεων και Στόλου.

α) Ναυτικές Διοικήσεις

Η ετοιμότητα των Ναυτικών Διοικήσεων πρέπει, πράγμα που απορρέει από τη φύση της αποστολής τους, να εξεταστεί βάσει τριών αξόνων: παράκτια άμυνα, αντιαεροπορική άμυνα και παρατηρητήρια.

Όσον αφορά στην παράκτια άμυνα, πρέπει να σημειωθεί ότι είχαν γίνει προσπάθειες οργάνωσής της στο παρελθόν σε περιπτώσεις έντασης εξωτερικών σχέσεων ή εμπλοκής της Ελλάδας σε προηγούμενους πολέμους. Οι προσπάθειες αυτές όμως, είχαν όλες τον χαρακτήρα της προσωρινότητας και οι μελέτες παρέμεναν ανεφάρμοστες. Με Νομοθετικό Διάταγμα του 1926,47 προβλεπόταν η κατανομή των ακτών της χώρας σε Ναυτικές Αμυντικές Περιοχές (Ν.Α.Π.), τα όρια των οποίων θα καθορίζονταν κάθε φορά με Διάταγμα, κατόπιν πρότασης του Γ.Ε.Ν. . Σκοπός των Ν.Α.Π. ήταν η υπεράσπιση των παράκτιων περιοχών από εχθρικές θαλάσσιες, εναέριες ή και συνδυασμένες επιθέσεις, η συστηματικότερη οργάνωση της ανθυποβρυχιακής άμυνας, η προστασία των θαλάσσιων συγκοινωνιών και η πιο επωφελής χρήση και αξιοποίηση των ναυτικών και εναέριων δυνάμεων.

Το αντιτορπιλικό Βασίλισσα Όλγα.
Από τα ενδοξότερα πλοία του Πολεμικού Ναυτικού στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Υπηρεσία Ιστορίας Ναυτικού.

Εντούτοις, παρά την έκδοση αυτού του Διατάγματος, καμία ενέργεια δεν έγινε μέχρι το 1935, όταν με τη Μόνιμη Εγκύκλιο του Υπουργείου Ναυτικού της 9/11/1935 συνεστήθη η Ανωτέρα Διοίκησις Τοπικής Αμύνης (Α.Δ.Τ.Α.), υπό τη δικαιοδοσία της οποίας υπήχθησαν και η παράκτια και η αντιαεροπορική άμυνα. Με το Διάταγμα της 20/12/1935,48 οι ακτές της χώρας κατανεμήθηκαν στις ακόλουθες Ν.Α.Π.

  • Δυτικής Ελλάδας (Ν.Α.Π.-1), με έδρα την Πάτρα
  • Κρήτης (Ν.Α.Π.-2), με έδρα τα Χανιά
  • Νοτίου Αιγαίου (Ν.Α.Π.-3), με έδρα τον Πειραιά
  • Εύβοιας (Ν.Α.Π.-4), με έδρα την Χαλκίδα
  • Βορείου Αιγαίου (Ν.Α.Π.-5), με έδρα τη Θεσσαλονίκη
  • Ανατολικών Νήσων (Ν.Α.Π.-6), με έδρα τη Μυτιλήνη.

Επειδή μάλιστα, δεν υπήρχε σχετική πείρα από τέτοιου είδους οχυρώσεις, κλήθηκαν ειδικευμένοι Γερμανοί αξιωματικοί. Αρχικά, ο Γερμανός αντιναύαρχος ε.α. Kinzel, κατόπιν ο Γερμανός ταγματάρχης μηχανικού Habicht και ο πλωτάρχης πυροβολητής Mirus, οι οποίοι υπέδειξαν τις κατάλληλες θέσεις για την εγκατάσταση πυροβολείων και στη συνέχεια, κατάρτισαν τα γενικά σχέδια οχύρωσης τόσο της επάκτιας όσο και της αντιαεροπορικής άμυνας. Μετά την αποχώρηση των Γερμανών, το έργο συνεχίστηκε με μεγάλη επιτυχία από Έλληνες αξιωματικούς και πολιτικούς μηχανικούς της Α.Δ.Τ.Α., η οποία μετονομάστηκε σε Α.Δ.Π.Α. (Ανωτέρα Διοίκησις Παρακτίου Αμύνης).

Πυροβολικό για τα επάκτια οχυρά χρησιμοποιήθηκε αυτό του θωρηκτού Λήμνος και άλλων παροπλισμένων πλοίων. Χρησιμοποιήθηκαν μέχρι και τα πυροβόλα του Ἕλλη που βγήκαν κατά τη μετασκευή του, ενώ για τα οχυρά του Θερμαϊκού, τα ήδη εγκατεστημένα εκεί πυροβόλα του τουρκικού θωρηκτού Φετιχ Μπουλέντ. Ιδίως η μεταφορά και η επιτυχής εγκατάσταση στην Αίγινα των δύο δίδυμων πύργων πυροβόλων του Λήμνος, οι οποίοι ζύγιζαν ο καθένας 900 τόνους, ήταν ένας πραγματικός άθλος για το Πολεμικό Ναυτικό. Το σύνολο των δαπανών για τις επάκτιες οχυρώσεις μαζί με κάποιες δαπάνες για την Αντιαεροπορική Άμυνα (Α.Α.Α.) και τα παρατηρητήρια δεν ξεπέρασε τις 288 εκατομμύρια δραχμές εκπληρώνοντας και τον στόχο της οικονομίας.49 Στις παραμονές του ελληνοϊταλικού πολέμου, εκτός από ελάχιστες λεπτομέρειες, η παράκτια άμυνα ευρισκόταν σε υψηλό βαθμό ετοιμότητας.

Μαζί με την παράκτια άμυνα, η Α.Δ.Π.Α. ανέλαβε υπό την καθοδήγηση των μετακληθέντων Γερμανών αξιωματικών και, σύμφωνα με τις διαταγές του Γ.Ε.Ν., τη δημιουργία και οργάνωση της ενεργού αντιαεροπορικής άμυνας του Πολεμικού Ναυτικού. Βάσει συμφωνίας του Γ.Ε.Ν. με το Γ.Ε.Σ., η αντιαεροπορική άμυνα της πρωτεύουσας, του Πειραιά και του Ναυστάθμου θα ήταν ενιαία ως μία πιο οικονομική λύση. Για την εφαρμογή του σχεδίου αυτού, το Ναυτικό θα διέθετε 4 πυροβολαρχίες πρωτεύοντος πυροβολικού και τις υπόλοιπες αναγκαίες θα τις διέθετε ο Στρατός. Ο Στρατός όμως, λόγω των σοβαρών αναγκών του, δεν μπόρεσε να αποκτήσει εγκαίρως επαρκές Α/Α πυροβολικού για τις απαιτήσεις του μετώπου και των μετόπισθεν κι έτσι, όλο το διαθέσιμο υλικό ενεργού αεράμυνας Στρατού και Ναυτικού χρησιμοποιήθηκε ενιαία για την άμυνα της χώρας.

Ιδίως για την αεράμυνα των μετόπισθεν, δηλαδή των Βάσεων, των Λιμένων, των Κέντρων Εφοδιασμού, βασικών αρτηριών, σοβαρών πληθυσμιακών κέντρων, διατέθηκε κυρίως υλικό του Πολεμικού Ναυτικού με λίγο σχετικά διαθέσιμο υλικό του Στρατού. Αυτές οι αυξημένες ανάγκες για Α/Α υλικό καλύφθηκαν από απόθεμα, το οποίο είχε προβλεφθεί να χρησιμοποιηθεί για την αντιαεροπορική άμυνα ενδεχόμενης προκεχωρημένης βάσης του Στόλου, για την οποία, ακόμα και αν υπήρχε ανάγκη δημιουργίας της, δεν θα υπήρχε διαθέσιμο Α/Α υλικό για την προστασία της50. Για την αεράμυνα στα μετόπισθεν, η χώρα χωρίστηκε σε μεγάλα τμήματα, ακτίνας 80-100 χιλιομέτρων, που θα διευθύνονταν με την κινητοποίηση από τις λεγόμενες «Διοικήσεις Αεράμυνας Περιοχής» (Δ.Α.Π.), οι οποίες θα έδρευαν στο κέντρο της περιοχής. Οι μονάδες της Α.Α.Α. του Ναυτικού θα εντάσσονταν με την κινητοποίηση στις διάφορες Δ.Α.Π. ανάλογα με τις θέσεις τους.

Ανωμαλία προέκυψε με τη δημιουργία και οργάνωση της ενεργού αεράμυνας της περιοχής Αθηνών – Πειραιώς – Ναυστάθμου, η οποία, αν και ήταν αποκλειστικά έργο του Ναυτικού, το οποίο διέθεσε και όλο το υλικό ενισχυμένο και από τα ενεργά Α/Α μέσα των πλοίων που ευρίσκονταν στην περιοχή των Ναυτικών Οχυρών, και παρ’ όλο που υπήρχε κανονισμός που είχε καταρτιστεί από κοινού από τα Γενικά Επιτελεία Στρατού, Ναυτικού και Αεροπορίας, σύμφωνα με τον οποίο η διοίκηση της περιοχής αυτής θα περνούσε στο Ναυτικό και μάλιστα, στη ναυτική αμυντική περιοχή του Σαρωνικού (Ν.Α.Π.-3), μόλις αυτή θα οργανωνόταν, η διοίκηση περιήλθε σε υποστράτηγο (διοικητής Αεράμυνας περιοχής Α), στο επιτελείο του οποίου δεν υπήρχε ούτε ένας αξιωματικός του Ναυτικού. Όταν κηρύχθηκε ο πόλεμος, η αρχηγία πέρασε στον αντιναύαρχο Οικονόμου, αλλά με την διευκρίνιση ότι «ως προς την πολεμική αυτής ενέργεια θέλει εξακολουθήσει εξαρτωμένη εκ της Δ.Α.Π./Α51.

Τέλος, το Γ.Ε.Ν. σε συνεννόηση με το Γ.Ε.Σ., άρχισε να μελετά τον σχηματισμό πυκνού δικτύου επιτήρησης θάλασσα και αέρα με την εγκατάσταση παρατηρητηρίων, τα οποία ο Στρατός ονόμαζε Σταθμούς Επιτήρησης, σε καίρια σημεία του εσωτερικού της χώρας, των ακτών και των νήσων, τα οποία θεωρούνταν νευραλγικής και στρατηγικής σημασίας. Τα αποκαλούμενα παρατηρητήρια λοιπόν, θα επιτηρούσαν την πέριξ αυτών θαλάσσια και χερσαία περιοχή και θα μεταβίβαζαν πληροφορίες με κατάλληλα μέσα σχετικά με την εμφάνιση ή κίνηση εχθρικών πλοίων και αεροσκαφών. Στην προσπάθεια αυτή, το Γ.Ε.Ν. βοηθήθηκε πολύ από τις γεωγραφικές συνθήκες με τα πολυάριθμα νησιά και τη μακρά δαντελωτή έκταση των ελληνικών ακτών.

Για τον καθορισμό των κατάλληλων σημείων εγκατάστασης των παρατηρητηρίων, το Γ.Ε.Ν., εκτός από την επιλογή των θέσεων από τον χάρτη, έλαβε υπόψη:

α/ τις πληροφορίες του Υπουργείου Συγκοινωνιών για το υπάρχον τηλεφωνικό και τηλεγραφικό δίκτυο, καθώς και τις δυνατότητες επεκτάσεώς του

β/ τους υπάρχοντες φάρους και

γ/πληροφορίες από τις αρμόδιες τοπικές Αρχές για τα υπάρχοντα τελωνοφυλάκια, σταθμούς Χωροφυλακής κ.λπ. των οποίων τα οικήματα και το προσωπικό θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν. Η Α.Δ.Π.Α. μερίμνησε για την ύδρευση, την ενδιαίτηση του προσωπικού κ.λπ..

Οι επικοινωνίες των Παρατηρητηρίων εξασφαλίστηκαν με τη σύνδεσή τους στο υπάρχον τηλεφωνικό και τηλεγραφικό δίκτυο και, όπου αυτό δεν ήταν δυνατό, με φορητούς ασυρμάτους που παραγγέλθηκαν από το εξωτερικό ή κατασκευάστηκαν από την Δ.Ρ.Υ.Ν. (Διεύθυνση Ραδιοτηλεγραφικής Υπηρεσίας Ναυτικού). Με τις εργασίες της Α.Δ.Π.Α. και της Δ.Ρ.Υ.Ν., σε συνδυασμό με την συνεργασία του Υπουργείου Συγκοινωνιών, επετεύχθη τα περισσότερα Παρατηρητήρια να είναι έτοιμα κατά την έκρηξη του πολέμου και όχι μόνο αυτό με μερικά από αυτά να έχουν λειτουργήσει και για εκπαιδευτικούς σκοπούς. Η Υπηρεσία Επιτήρησης Συναγερμού Αέρος και Θαλάσσης (Υ.Ε.Σ.Α.Θ.) εγκαταστάθηκε στο υπόγειο καταφύγιο του Λυκαβηττού, όπου ήταν εγκατεστημένος και σταθμός ασυρμάτου. Ετέθη δε υπό την διεύθυνση του διευθυντού της Δ.Ρ.Υ.Ν.. Εκεί κατέληγαν όλες οι πληροφορίες σχετικά με τις εμφανίσεις πλοίων και αεροσκαφών.

β) Στόλος

Για την ολοκλήρωση του ναυτικού προγράμματος που είχε περικοπεί έπρεπε να ναυπηγηθούν άλλα τέσσερα αντιτορπιλικά, ούτως ώστε μαζί με τα τέσσερα ήδη υπάρχοντα, ιταλικής κατασκευής να αποτελέσουν έναν πλήρη στολίσκο ταχύτητας ἄνω τῶν 34 μιλίων,52 ενώ γενικά αποδεκτό ήταν το αγγλικό μοντέλο του 1926.53 Τα δύο αντιτορπιλικά ονομάστηκαν Βασιλεύς Γεώργιος και Βασίλισσα Ὄλγα. Κατασκευάστηκαν στα βρετανικά ναυπηγεία Yarrow το 1936-1938. Το Βασιλεύς Γεώργιος χρησιμοποιήθηκε, ἄμα τῶ κατάπλῶ του, ως αρχηγίδα του στολίσκου των Αντιτορπιλικών.


Το θωρηκτό Γεώργιος Αβέρωφ εκτελεί γυμνάσια βολής. Υπηρεσία Ιστορίας Ναυτικού.

Μετασκευές των υπαρχόντων πλοίων δεν έγιναν. Η κυριότερη ήταν η προσθήκη αντιαεροπορικών πυροβόλων και η αντικατάσταση όσο το δυνατόν των περισσότερων ελαφρών οριζοντίου βολής με αντιαεροπορικών. Σύμφωνα με τον ναύαρχο Καββαδία, αυτές οι μετασκευές, ιδίως στα τορπιλοβόλα, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν επιτυχείς λόγω και της ανεπάρκειας αντιαεροπορικών ταχυβόλων. Τα τορπιλοβόλα εξάλλου ήταν υπερβολικά παλαιά (30-35 ετών). Η πιο επιτυχημένη εργασία δύναται να χαρακτηριστεί η βελτίωση των προωστήρων των αντιτορπιλικών τύπου Ὕδρας (Dardo). Όσον αφορά στην αλλαγή αυλών λεβήτων, τηρούνταν η σειρά, αλλά η καθυστέρηση πιστώσεων είχε ως συνέπεια να μη γίνονται οι επισκευές στην ώρα τους και να αποσύρονται σε καιρό πολέμου αντιτορπιλικά για την πρόχειρη και επισφαλή μέθοδο54 της αλλαγής ολίγων αυλών. Όσον αφορά στο θωρηκτό Γ. Ἀβέρωφ, οι αυλοί λεβήτων έπρεπε να είχαν αλλάξει από το 1934 αλλά τελικά παραγγέλθηκαν μόλις το 1939 στο Βέλγιο, όπου και βρέθηκαν εκεί κατά την εισβολή των Γερμανών.55 Συνέπεια της μη αλλαγής λεβήτων στο Γ. Ἀβέρωφ ήταν το να μην μπορεί στην πράξη να αναπτύξει ταχύτητα άνω των 14 μιλίων κι αυτό, με την πιθανή βλάβη ενός ή περισσότερων λεβήτων. Ουσιαστικά το Γ. Ἀβέρωφ καταδικάστηκε στο να έχει περιορισμένη πολεμική συμβολή στον πόλεμο.

Τα υποβρύχια από την άλλη, αν και το 1940 ήδη μετρούσαν 11 με 15 χρόνια (δηλαδή κοντά στο όριο), εντούτοις συντηρούνταν καλά λόγω της πολύ καλής οργάνωσης αυτής της υπηρεσίας. Στερούνταν όμως επαρκών αμοιβών εξαρτημάτων λόγω οικονομικών δυσχερειών. Αυτά παραγγέλθηκαν τελικά από την Γαλλία πολύ αργά, το καλοκαίρι του 1939. Όταν η Γαλλία έπεσε, τα κιβώτια είχαν παραμείνει στα κρηπιδώματα της Μασσαλίας. Αυτό είχε ως συνέπεια να ανέβει αισθητά η διάρκεια επισκευής των υποβρυχίων.

Σύμφωνα με απόφαση του υπουργείου ο Στόλος θα διαιρούνταν σε τρία τμήματα. Η Α΄ Μοίρα (Βασιλεύς Γεώργιος, Βασίλισσα Ὄλγα και δύο υποβρύχια εναλλασσόμενα) θα ορμούσε στην Ναύπακτο, η Β΄ Μοίρα (τα τέσσερα αντιτορπιλικά τύπου Dardo) στη Μήλο και τα υπόλοιπα στον Ναύσταθμο. Θα διατίθετο η Αὕρα56 για την εξυπηρέτηση των σταθμευμένων πλοίων.

H Πολεμική Αεροπορία στον Μεσοπόλεμο (1928-1940)

Η ίδρυση της Πολεμικής Αεροπορίας

Το 1928, ο πρωθυπουργός Ε. Βενιζέλος αποφάσισε την ενοποίηση των δύο Αεροποριών, της Ναυτικής και της Στρατιωτικής υπό ενιαία και ξέχωρη διοίκηση. Ακολουθούσε με αυτόν τον τρόπο τις διαφαινόμενες εξελίξεις στην Δυτική Ευρώπη. Η πρώτη προσπάθεια να συσταθεί Υπουργείο σε ευρωπαϊκό κράτος έγινε από την Γερμανία το 1916, ενώ έναν χρόνο αργότερα ιδρύθηκε αυτόνομο υπουργείο στη Μ. Βρετανία.

Ο Βενιζέλος λοιπόν, ανέθεσε τη σχετική μελέτη για την οργάνωση του Υπουργείου Αεροπορίας στο αεροπόρο Αλέξανδρο Ζάννα. Ο τελευταίος επισκέφθηκε πολλές ευρωπαϊκές χώρες και τελικά, στις 5 Δεκεμβρίου 1929, η Κυβέρνηση κατέθεσε στη Βουλή νομοσχέδιο για την ίδρυση Υπουργείου Αεροπορίας. Στις 19 Δεκεμβρίου 1929, ψηφίστηκε ο Νόμος 4451 Περὶ συστάσεως Ὑπουργείου Ἀεροπορίας. Με αυτόν τον νόμο, συγχωνεύτηκαν η Ναυτική και η Στρατιωτική Αεροπορία σε μία διοίκηση, σε ένα Υπουργείο.57

Πρώτος υπουργός της Αεροπορίας ήταν ο Ελ. Βενιζέλος και υφυπουργός, ο Αλ. Ζάννας. Στη νεοσύστατη Αεροπορία, συνέχιζαν να υπάρχουν δύο διαφορετικές διοικήσεις, η Διοίκηση της Ναυτικής Αεροπορίας που έδρευε στη βάση του Π. Φαλήρου και η Διοίκηση της Στρατιωτικής Αεροπορίας, η έδρα της οποίας ήταν στη Θεσσαλονίκη, γιατί οι περισσότερες αεροπορικές δυνάμεις του Στρατού ήταν στη Μακεδονία. Στο Υπουργείο λειτούργησε και Μόνιμον Συμβούλιον Ἀέρος: πρόεδρος του Συμβουλίου ήταν ο υπουργός της Αεροπορίας και μέλη του οι διευθυντές των δύο αεροπορικών διοικήσεων (Ναυτικής και Στρατιωτικής), ο διευθυντής του Γραφείου Υπουργού και ο εκάστοτε αρμόδιος διευθυντής ή τμηματάρχης. Στην πρώτη αυτή οργάνωση της Αεροπορίας, συμμετέχουν αποφασιστικά πολλά στελέχη του Ναυτικού. Συγκεκριμένα: πλοίαρχος Πέτρος Βούλγαρης ως διευθυντής Πολεμικής Αεροπορίας, αντιπλοίαρχος Αλέξανδρος Λεβίδης ως διευθυντής πολιτικής αεροπορίας, ο υποπλοίαρχος Ανδρέας Κυριακίδης58 ως διευθυντής Μετεωρολογικού και ο πλωτάρχης Μιχαήλ Ζαρόκωστας ως διευθυντής Ναυτικής Αεροπορίας.

Ο Αλέξανδρος Ζάννας με τον Ελευθέριο Βενιζέλο

Σημαντικός σταθμός οργάνωσης της Πολεμικής Αεροπορίας σε αυτά τα πρώιμα στάδια είναι ο νόμος 5121 της 10ης Ιουλίου 1931 Περὶ Ὀργανισμοῦ της Πολεμικῆς Ἀεροπορίας (Α. Φ. 204 της 15ης Ιουλίου), ο οποίος ήταν το πρώτο ολοκληρωμένο θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας της. Αυτός ο νόμος οργάνωνε τις αεροπορικές δυνάμεις σε Σμηναρχίες ενεργές και εφεδρικές και Αεροπορικές Βάσεις. Οι ενεργές ήταν αυτές που χρησιμοποιούσαν το υπάρχον υλικό, ενώ οι εφεδρικές θα συγκροτούνταν στο μέλλον μετά την προμήθεια του αναγκαίου υλικού. Κάθε Σμηναρχία και Αεροπορική Βάση περιελάμβανε αριθμό Μοιρών και αυτές με τη σειρά τους, αποτελούνταν από αριθμό Σμηνών. Η αεροπορική βάση Π. Φαλήρου, η Εφεδρική Σμηναρχία στο Τατόι και το Εργοστάσιο Αεροπλάνων Π. Φαλήρου υπήχθησαν οργανικά στην Διοίκηση Αεροπορίας Π. Φαλήρου. Με τον ίδιο νόμο εξαλείφθηκε κάθε διάκριση των στελεχών προερχόμενων από τη Στρατιωτική και Ναυτική Αεροπορία. Τα στελέχη πλέον θα ανήκαν σε ένα ενιαίο σώμα με κοινή ιεραρχία, επετηρίδα και στολή. Μετά το 1931, καθιερώθηκαν οι ονομασίες των βαθμών μετά από συσκέψεις μεταξύ του Ελ. Βενιζέλου, του Αλ. Ζάννα και τον φιλόλογο Μανώλη Τριανταφυλλίδη.

Τέλος, στις 20 Αυγούστου 1934, με τον Νόμο 6248/1934, η Γενική Διεύθυνσις Ἀεροπορίας59μετονομάστηκε σε Γενικό Επιτελείο Αεροπορίας (Γ.Ε.Α.), ανεξάρτητη υπηρεσία υπαγόμενη στον υπουργό Αεροπορίας. Προϊστάμενος στην υπηρεσία αυτή προβλεπόταν να τοποθετείται ανώτερος αξιωματικός του Στρατού, του Ναυτικού ή Αεροπορίας με τους αντίστοιχους βαθμούς συνταγματάρχης, πλοίαρχος και σμήναρχος. Θα έφερε τον τίτλο του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας. Το Γ.Ε.Α. είχε ως αρμοδιότητα την οργάνωση της Αεροπορίας, την πολεμική προετοιμασία, την εκπαίδευση, την προμήθεια υλικού, την καθιέρωση ενιαίου δόγματος, τη γενική κατεύθυνση σε περίπτωση πολέμου και την προπαρασκευή σε περίοδο ειρήνης για όλα τα πιθανά σενάρια πολέμου. Ο αρχηγός Γ.Ε.Α. μετείχε ως μέλος στο Ανώτατο Συμβούλιο της Αεροπορίας. Πρώτος Α/ Γ.Ε.Α. τοποθετήθηκε ο πλοίαρχος Κ. Οικονόμου, τον οποίο ακολούθησε το 1935 ο συνταγματάρχης Π. Γαζής, ο οποίος παρέμεινε στη θέση αυτή μέχρι τον Δεκέμβριο του 1940. Στις 16 Νοεμβρίου 1935, με έκδοση αναγκαστικού νόμου, η Πολεμική Αεροπορία μετονομάστηκε σε Ελληνική Βασιλική Αεροπορία (Ε.Β.Α.). Δυστυχώς παρά το οργανωτικό έργο του Ζάννα, η προσπάθεια δεν συνεχίστηκε με τους ίδιους ρυθμούς και η πολεμική Αεροπορία δεν ευρέθη επαρκώς εξοπλισμένη στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπως είχε ήδη γίνει αντιληπτό από το 1935.60

Η Πολεμική Αεροπορία τα χρόνια 1936 – 1940

Το κίνημα του Πλαστήρα το 1935 συγκλόνισε βαθιά την Πολεμική Αεροπορία που συμμετείχε με όλες τις δυνάμεις υπέρ της νόμιμης κυβέρνησης αν και είχε ελλιπή στόλο από αεροσκάφη , στελέχη χωρίς πείρα και επαρκή εκπαίδευση και ο εξοπλισμός των αεροσκαφών αποτελούταν από μερικά παλαιά πολυβόλα και βόμβες από τους προηγούμενους πολέμους. Το Υπουργικό Συμβούλιο αποφάσισε τη καταδίωξη του θωρακισμένου καταδρομικού Γεώργιος Αβέρωφ, ενώ διαπιστώθηκε ότι η Πολεμική Αεροπορία έπρεπε να ενισχυθεί για να αντιμετωπιστεί το κίνημα. Η Πολεμική Αεροπορία ενισχύθηκε κατά τη διάρκεια του κινήματος με πέντε αεροπλάνα διώξεως AVIA 33 από τη Γιουγκοσλαβία, 100 βόμβες των 100 λιβρών – οι οποίες δεν χρησιμοποιήθηκαν λόγω καταστολής του κινήματος – 75 αλεξίπτωτα και ανταλλακτικά ασυρμάτων Telefunken.

Μετά το κίνημα ακολούθησε αποψίλωση των στελεχών της Αεροπορίας. Με τον αναγκαστικό νόμο Περί αυτεπαγγέλτου αποστρατείας Αξιωματικών και Υπαξιωματικών της Πολεμικής Αεροπορίας (20 Μαρτίου 1935, ΦΕΚ 97, τεύχος Α¨) έδωσε το δικαίωμα στον υπουργό Αεροπορίας το δικαίωμα να αποστρατεύσει αυτεπάγγελτα τα στελέχη της Αεροπορίας που συμμετείχαν στο κίνημα της 1ης Μαρτίου. Αποστρατεύθηκαν πολλά στελέχη, τα οποία ανακλήθηκαν στην υπηρεσία μετά την έκρηξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου για να συμπληρώσουν την επάνδρωση των πολεμικών μοιρών. Οι μαζικές αυτές αποστρατείες δυσχέραιναν το έργο της συγκρότησης του νέου Όπλου, ενώ μια πενταετία πριν είχε σταματήσει η ενίσχυση με στελέχη του Στρατού και του Ναυτικού και η Σχολή Αεροπορίας μόλις ένα χρόνο πριν άρχισε να βγάζει τα πρώτα στελέχη. Το πρόβλημα επάνδρωσης επιχειρήθηκε να λυθεί με μετάταξη στην Αεροπορία μαθητών της Σχολής Ευελπίδων61.

Με τον νόμο 167/193662 καθοριζόταν ως κύρια αποστολή της Πολεμικής Αεροπορίας η διεξαγωγή αεροπορικών επιχειρήσεων, ενώ οι μάχιμες μονάδες της Πολεμικής Αεροπορίας διακρίθηκαν σε μονάδες: Συνεργασίας Στρατού, Συνεργασίας Ναυτικού, Ελαφράς Αμυντικής Αεροπορίας (Διώξεως), Βαριάς Αμυντικής Αεροπορίας (Βομβαρδισμού) και Αεροστάτων. Η Οργανική Δύναμη της Πολεμικής Αεροπορίας είχε ως ακολούθως: ιπτάμενοι 668 (αξιωματικοί χειριστές – παρατηρητές 386, υπαξιωματικοί χειριστές – παρατηρητές 210, πολυβολητές, ραδιοτηλεγραφητές, βομβαρδιστές 72), τεχνικοί 1470 (αξιωματικοί ανωτέρου τεχνικού προσωπικού 27, αξιωματικοί κατωτέρου τεχνικού προσωπικού 80, υπαξιωματικοί μηχανοσυνθέτες 956, υπαξιωματικοί οπλουργοί 177, υπαξιωματικοί ηλεκτροτεχνίτες 115, υπαξιωματικοί ραδιοτηλεγραφητές – φωτογράφοι 115), οικονομικοί 264 (αξιωματικοί 81, υπαξιωματικοί οπλίτες αποθηκάριοι 78, υπαξιωματικοί γραφείς 75, υπαξιωματικοί νοσοκόμοι 30).

Όσο αφορά στη Σχολή Αεροπορίας από το 1936 και μετά επικρατεί ηρεμία με αποτέλεσμα την απρόσκοπτη ενασχόληση με το έργο της και την αναβάθμιση των σπουδών που σε συνεργασία με την πρόσκτηση νέου πτητικού υλικού οδήγησε στην δημιουργία αξιόμαχου και καταρτισμένου προσωπικού63. Επίσης συμπληρώθηκε η εκπαίδευση των ιπταμένων αξιωματικών ούτως ώστε να έχουν όλοι πτυχία χειριστή και παρατηρητή. Παράλληλα, θεσπίστηκε και ένα πλήρες σύστημα εκπαίδευσης για όλες τις κατηγορίες προσωπικού της Αεροπορίας, ιπτάμενων και μη, και για όλους τους βαθμούς, με τη σύσταση σχολείων και κέντρων τεχνικής και τακτικής εκπαίδευσης64. Τέλος, αυξήθηκαν οι αξιωματικοί και οι υπαξιωματικοί που εστάλησαν για μετεκπαίδευση στην αλλοδαπή. Επιπρόσθετα, εστάλησαν σε εργοστάσια του εξωτερικού αξιωματικοί και υπαξιωματικοί για παρακολούθηση σχολείων65.

Τα χρόνια 1936-193966 καταρτίστηκε πενταετές πρόγραμμα, το οποίο προέβλεπε την αγορά 275 πολεμικών αεροπλάνων, τη κατασκευή των απαραίτητων εγκαταστάσεων και τη προμήθεια οπλισμού και πυρομαχικών. Ήδη από τον Οκτώβριο του 1935 είχαν παραγγελθεί στα αγγλικά εργοστάσια AVRO 30 εκπαιδευτικών αεροπλάνων AVRO –TUTOR και 39 κινητήρων CHEETAH αξίας 54 εκατομμυρίων δραχμών, ενώ το συνολικό ποσό που διατέθηκε για την αγορά αεροπορικού υλικού κατά το οικονομικό έτος 1935-1936 ανήλθε στις 125 εκατομμύρια δραχμές. Παραγγέλθηκαν 9 αεροσκάφη AVRO 626 προχωρημένης εκπαίδευσης και με τους ανάλογους κινητήρες, 120 πολυβόλα SCODA, φυσίγγια των 7,7 χιλ για τα VICKERS και LEWIS, οξυγονούχες συσκευές από ΗΠΑ και ανταλλακτικά αξίας 4.780.000 δραχμών για τη συντήρηση των υπαρχόντων σκαφών.

Στις 30 Σεπτεμβρίου 1936 υπογράφηκε σύμβαση με την Πολωνία για την αγορά 36 αεροσκαφών διώξεως P.Z.L. αξίας 133.317.000 δραχμών και την προμήθεια κινητήρων GNOME RHONE 22, αξίας 37.282.000 δραχμών. Τον ίδιο μήνα υπεγράφη σύμβαση μεταξύ του υφυπουργού αεροπορίας Μιχαήλ Πάσσαρη και του διευθυντή του Κρατικού Εργοστασίου Αεροπλάνων Φαλήρου για τη κατασκευή 30 εκπαιδευτικών αεροπλάνων τύπου AVRO TUTOR. Τον Φεβρουάριο του 1937 η κυβέρνηση υπέγραψε σύμβαση με τον γερμανικό οίκο DORNIER για τη προμήθεια 12 υδροπλάνων DORNIER 22 αξίας 27.850.000 δραχμών και 15 κινητήρων HISPANO SUIZA αξίας 20.340.000 δραχμών και τέλος αγοράστηκαν 4 υδροπλάνων FAIREY III F από την Αγγλία αξίας 4.406.000 δραχμών.

Κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους 1937 – 1938 συνεχίστηκε η συμπλήρωση των εγκαταστάσεων των Αεροπορικών Βάσεων και προγραμματίστηκε η εκτέλεση εργασιών για τη κατασκευή εργοστασίου, γενικής αποθήκης υλικού και αεροδιαδρόμου της Αεροπορικής Βάσης Θριασίου και αποθηκών καυσίμων και πυρομαχικών στις αεροπορικές βάσεις Σέδες και Λάρισας. Για τα παραπάνω έργα δαπανήθηκαν 33.444.000 δραχμές.

Το 1938, παραδόθηκαν στην Πολεμική Αεροπορία 12 αεροσκάφη βομβαρδισμού POTEZ 63 και 62 κινητήρες αξίας 206 εκατομμυρίων δραχμών, ενώ υπήρχε η πρόθεση αγορά άλλων 12 αργότερα αφού εξεταζόταν οικονομικές προσφορές άλλων τύπων αεροπλάνων. Κατά τα τέλη του 1938, παραδόθηκαν τμηματικά από την Πολωνία τα 36 αεροσκάφη P.Z.L. και δαπανήθηκαν 49.130.000 δραχμές για τη δημιουργία νέων έργων και την αποπεράτωση παλαιών από το προηγούμενο έτος.

Για το οικονομικό έτος 1938 – 1939, το Υπουργείο Αεροπορίας είχε προγραμματίσει την αγορά 12 αεροσκαφών βομβαρδιστικών, 12 καταδιωκτικών, 16 στρατιωτικής συνεργασίας, 42 εκπαιδευτικών με ανάλογο εξοπλισμό για τα καταδιωκτικά και τα βομβαρδιστικά. Με σύμβαση που υπογράφτηκε στις 14 Αυγούστου 1938 παραγγέλθηκαν αντί του ποσού των 66.000 λιρών Αγγλίας αεροσκάφη διώξεως του τύπου SUBMARINE SPITFIRE και εκπαιδευτικά δικινητήρια AVRO ANSON I από την Αγγλία, βομβαρδισμού LEO -45 από τη Γαλλία και 60 κινητήρες CHEETAH για τα αεροσκάφη AVRO TUTOR 621 που θα κατασκεύαζε το Κρατικό Εργοστάσιο Αεροσκαφών Φαλήρου. Μέχρι το τέλος του 1939, παρελήφθησαν συνολικά 128 αεροσκάφη διώξεως, βομβαρδισμού, στρατιωτικής και ναυτικής συνεργασίας, 75 αρχικής και προχωρημένης εκπαίδευσης και 3 JUNKERS 52/ 3m της Πολιτικής Αεροπορίας, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν και στο Αλβανικό Μέτωπο ως μεταφορικά εφοδίων. Η Πολεμική Αεροπορία διέθετε το 1939 τα ακόλουθα αεροπλάνα: 36 πολωνικά P.Z.L., 6 γαλλικά καταδιωκτικά BLOCH, 12 αγγλικά βομβαρδιστικά BLENHEIM εξαιρετικών επιδόσεων αλλά μη επαρκώς εξοπλισμένα, 12 γαλλικά αναγνωρίσεως και βομβαρδισμού POTEZ 63 μη επαρκώς εξοπλισμένα με ελλείψεις στα ανταλλακτικά, 12 αγγλικά βομβαρδιστικά FAIREY BATTLE με άριστες επιδόσεις, ατελώς εξοπλισμένα και χωρίς ανταλλακτικά, 16 γερμανικά αναγνωρίσεως και βομβαρδισμού HENSCHEL 126 με ατελή εξοπλισμό, 12 γερμανικά υδροπλάνα ναυτικής συνεργασίας DORNIER 22, τα οποία αργότερα μετατράπηκαν σε αεροπλάνα, 12 αγγλικά αεροπλάνα AVRO ANSON ειδικά για αποστολές ναυτικής συνεργασίας καθώς και εκπαιδευτικούς σκοπούς.

Το Κρατικό Εργοστάσιο Αεροπλάνων

Το 1923, την παραμονή της υπογραφής της Συνθήκης της Λοζάνης, η Ναυτική Αεροπορία67 είχε μετασταθμεύσει στη Θεσσαλονίκη και αργότερα, στην Αλεξανδρούπολη προκειμένου να συμμετάσχει στην σχεδιαζόμενη επιχείρηση για την κατάληψη της Ανατολικής Θράκης.

Το υδροπλάνο ελληνικής κατασκευής  Blackburn T.3 Velos 

Ο Μεσοπόλεμος ευρίσκει την Ναυτική Αεροπορία αποδυναμωμένη από άποψη υλικού και προσωπικού, διότι είχε μόνο τα αεροδρόμια στο Τατόι και το Παλαιό Φάληρο. Οι εγκαταστάσεις ήταν χαμηλού επιπέδου, τα αεροσκάφη ήταν παλαιά και ακατάλληλα λόγω της εντατικής χρήσης τους που είχε προηγηθεί τα τελευταία χρόνια. Από την άλλη, οι αξιωματικοί της Ναυτικής Αεροπορίας ήταν ή αποσπασμένοι από το υπόλοιπο Ναυτικό ή ιδιώτες που είχαν εκπαιδευτεί στον Μούδρο ή στην Αίγυπτο. Μπροστά σε αυτήν την κατάσταση, τα στελέχη της Ναυτικής Αεροπορίας κινήθηκαν αμέσως για την ανανέωση του προσωπικού, καθώς και την προμήθεια νέου υλικού. Το πρώτο, επετεύχθη με την απόσπαση από το υπόλοιπο Ναυτικό ικανού αριθμού αξιωματικών, οι οποίοι εστάλησαν για εκπαίδευση σε αεροπορικές σχολές στην Μ. Βρετανία και Γαλλία. Επιπροσθέτως, οργανώθηκαν εκπαιδευτικές αποστολές για τις βρετανικές σχολές της Αιγύπτου, από όπου αποφοίτησαν αρκετοί ιδιώτες, οι οποίοι κατετάγησαν στην Ναυτική Αεροπορία ως αξιωματικοί. Τέλος, από το 1924 λειτούργησαν διάφορες σχολές, όπως η Σχολή Αεροπορίας στο Παλαιό Φάληρο, για την παραγωγή υπαξιωματικών οδηγών- αεροπόρων, και η Σχολή Ναυτικής Αεροπορίας στο Τατόι.

Όσον αφορά στο υλικό, έγιναν παραγγελίες αεροσκαφών από τη Μ. Βρετανία, ενώ Βρετανοί εκπαιδευτές χρησιμοποιήθηκαν ως σύμβουλοι κι έτσι, η Ναυτική Αεροπορία από τότε θα ακολουθήσει τα βρετανικά πρότυπα οργάνωσης και εκπαίδευσης. Ακόμη, το Υπουργείο Ναυτικών είχε το όραμα ίδρυσης Κρατικού Εργοστασίου Αεροπλάνων. Με αυτό το σχέδιο, το Υπουργείο σχεδίαζε να καλύψει τη μεγάλη ανάγκη για αεροσκάφη που είχε προκύψει με τη Μικρασιατική Εκστρατεία. Η πρώτη μάλιστα πρόταση για ίδρυση κρατικού εργοστασίου αεροπλάνων ανάγεται στο 1917 όταν το Υπουργείο είχε κάνει εισήγηση στην Κυβέρνηση, την οποία η τελευταία είχε αποδεχθεί. Η σχετική μελέτη είχε ανατεθεί στον Βρετανό μηχανικό της Βρετανικής Αεροπορικής Αποστολής στην Ελλάδα, αντιπλοίαρχο JohnWeston68 και είχε επιλεγεί ως τοποθεσία τμήμα του άλλοτε Ζωολογικού Κήπου του Παλαιού Φαλήρου. Οι διαδικασίες ακολούθησαν με ταχύ ρυθμό, με αποτέλεσμα το 1920 να έχουν καταφθάσει τα πρώτα μηχανήματα, καθώς επίσης είχαν αρχίσει οι εργασίες για την κατασκευή κτηρίων. Η αρνητική έκβαση ης Μικρασιατικής Εκστρατείας όμως ,ανέκοψε τον ρυθμό της κατασκευής του εργοστασίου.

Εντούτοις, το 1923 ξανάρχισαν οι εργασίες υπό την επίβλεψη και πάλι του Weston, ενώ το 1924 αναχώρησε για τη Μ. Βρετανία αποστολή αποτελούμενη από τον ανθυποπλοίαρχο Παπαγεωργίου και τους σημαιοφόρους Φίλιππα, Λίνο και Φαλκονάκη. Σκοπός της ήταν να επιλεγεί το πιο κατάλληλο αεροσκάφος για την κατασκευή του στην Ελλάδα. Το 1925, ολοκληρώθηκε η εγκατάσταση των μηχανημάτων και τον ίδιο χρόνο, υπεγράφη σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της βρετανικής εταιρείας BlackburnAeroplane & MotorCo., με την οποία παραχωρούταν στην εν λόγω εταιρεία το δικαίωμα κατασκευής και επισκευής αεροσκαφών της Ναυτικής Αεροπορίας για πέντε χρόνια, ενώ παράλληλα, αναλάμβανε και την υποχρέωση εκπαίδευσης Ελλήνων τεχνικών αεροπόρων. Για την επίβλεψη των όρων της συμφωνίας επιβλήθηκε στην εταιρεία κρατικός έλεγχος. Με αυτόν τον τρόπο, μέσα στα πρώτα μόλις χρόνια λειτουργίας του εργοστασίου, καταρτίστηκε ένας σημαντικός αριθμός Ελλήνων τεχνικών -πάνω από χίλιοι- διάφορων ειδικοτήτων, οι οποίοι ήταν σε θέση να καλύψουν ένα μεγάλο μέρος των κρατικών αναγκών.

Το 1926, κατασκευάστηκαν τα πρώτα υδροπλάνα – τορπιλοπλάνα τύπου Vellos κι άρχισε αμέσως, ο εφοδιασμός της Ναυτικής Αεροπορίας. Μετά το 1929, ακολούθησε σύμβαση με την εταιρεία για ενάμιση ακόμη χρόνο. Παράλληλα, παρελήφθησαν εκπαιδευτικά αεροσκάφη Avro και Bristol, καθώς και τα μαχητικά τύπου Atlas, με τα οποία συμπληρώθηκε ο εξοπλισμός της Ναυτικής Αεροπορίας. Την 1η Ιανουαρίου 1938 με τον Αναγκαστικό Νόμο 1014 το εργοστάσιο περιήλθε στη κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου και κατέστη μονάδα της Πολεμικής Αεροπορίας με την ονομασία «Κρατικό Εργοστάσιο Αεροπλάνων».

Συμπεράσματα

Η Ελλάδα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή ευρίσκεται μπροστά στο τιτάνιο έργο της ανασυγκρότησης και της περίθαλψης των προσφύγων. Μπροστά σε αυτές τις ανάγκες η ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων εισήλθε σε δεύτερη μοίρα. Η μόνη προσπάθεια σοβαρού στρατιωτικού εξοπλισμού στη δεκαετία του 1920 έγινε επί της δικτατορίας Παγκάλου (1925-1926). Από το 1935 ξεκινούν οι πιο σοβαρές προσπάθειες εξοπλισμού και οχύρωσης της Χώρας με κορύφωση τα χρόνια 1936 – 1940 επί καθεστώτος Μεταξά.

Στον διπλωματικό τομέα τη δεκαετία του 1930, η Ελλάδα συγκλίνει με τις βαλκανικές χώρες (πλην Βουλγαρίας) και τη Τουρκία δημιουργώντας τη «Βαλκανική Αντάντ». Αυτή η σύγκλιση έδειχνε την ανησυχία της ελληνικής πλευράς για της φανερές αναθεωρητικές βλέψεις της Βουλγαρίας και τις ανάλογες επεκτατικές της Ιταλίας.

Βιβλιογραφία

  1. ΓΕΑ, Ιστορία της Πολεμικής Αεροπορίας, τόμος Γ΄ (1930-1941), Αθήνα, Υπηρεσία Ιστορίας Πολεμικής Αεροπορίας, Αθήνα, 1990.
  2. ΓΕΝ, Ημερολόγιον Πολέμου, Υπηρεσία Ιστορίας Ναυτικού
  3. ΓΕΣ, Η προς πόλεμον προπαρασκευή του Ελληνικού Στρατού 1923-1940, Αθήνα, Διεύθυνσις Ιστορία Στρατού, 1969 (ανατύπωση 1983).
  4. Γέροντας, Π., Μεθ’ Ορμής Ακαθέκτου. Επίτομη Ιστορία του Πολεμικού Ναυτικού 1821 – 1945, Αθήνα, Υπηρεσία Ιστορίας Ναυτικού, 2019.
  5. Δημητρακόπουλος, Αν., Βιογραφικό Λεξικό των Αποφοίτων της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων, Αθήνα, ΓΕΝ, 2006
  6. Καββαδίας, Επ., Ο Ναυτικός Πόλεμος του 1940 όπως τον έζησα, Αθήνα, Πυρσός, 1950
  7. Μαδωνής, Α.& Μαστρογεωργίου, Γ., Τα Ελληνικά Υποβρύχια, Αθήνα, Κλειδάριθμος, 2010
  8. Μασούρας, Τ.& Κατωπόδης, Θ., Τα Ελληνικά Υποβρύχια, τόμος Α΄, Πειραιάς, Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδος, 2010.
  9. Μεζεβίρης, Γ., Τέσσερεις Δεκαετηρίδες εἰς τὴν Ὑπηρεσίαν τοῦ Β. Ναυτικοῦ, Αθήνα, 1971
  10. Παΐζης – Παραδέλης, Κ., Τα Πλοία του Πολεμικού Ναυτικού 1829-1999, Πειραιάς,εκδ. Αστρέα – Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδος, 1999.
  11. Παλούμπης, Ι., «Τεχνικές και τακτικές καινοτομίες που υιοθετήθηκαν για πρώτη φορά από το Πολεμικό Ναυτικό», ομιλία που διεξήχθη στο Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδος στις 21/1/2012 κατά τη διάρκεια της ημερίδας Το Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό μεταξύ της Εθνικής Ολοκλήρωσης και Τεχνολογικής Εξέλιξης, 1821-1941. Δημοσιεύτηκε στο Περίπλους Ναυτικής Ιστορίας 77.
  12. Παπάγος, Αλ., Ο Ελληνικός Στρατός και η προς πόλεμον προπαρασκευή του (από Αυγούστου 1923 μέχρι Οκτωβρίου 1940), Αθήνα, Πυρσός, 1945.
  13. Σαλαβράκος, Ι.Δ., Οικονομία και ολοκληρωτικός πόλεμος, τόμος Β΄, Αθήνα, Κριτική, 2008.
  14. Σακελλαρίου, Αλ., Ἡ Θέσις τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸν Δεύτερον Παγκόσμιον Πόλεμον, Αθήνα, Δημητράκος, 1945
  15. Vatikiotis, P.J., Popular Autocracy in Greece, 1936-1941: A Political Biography of General Ioannis Metaxas, New York, Taylor and Francis, 2014.
  16. Φωκάς, Δ., Ἔκθεσις ἐπὶ τῆς Δράσεως τοῦ Β. Ναυτικοῦ κατὰ τὸν Πόλεμον 1940-1944, τόμος Α΄, Αθήνα, Υπηρεσία Ιστορίας Ναυτικού

Υποσημειώσεις

1 Το Κίνημα του Πλαστήρα το 1935 είχε δημιουργήσει χάσμα μεταξύ του βενιζελικού και του αντι-βενιζελικού κόσμου. Τα δύο μεγάλα κόμματα δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν και ο διορισμός του Μεταξά από τον βασιλιά ίσως να φάνταζε η μόνη δυνατή λύση. Αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι το Κόμμα των Φιλελευθέρων έδωσε ψήφο εμπιστοσύνης στο Μεταξά, ενώ το Λαϊκό Κόμμα, ψήφο ανοχής.

2 Ο Ιωάννης Μεταξάς σε αυτό το Ανώτατο Ναυτικό Συμβούλιο τόνισε τα κάτωθι: Αυτὸ που θα σας εἴπω δὲν θα τὸ ἀνακοινώσετε σε κανέναν. Προβλέπω πόλεμον μεταξύ τοῦ Ἀγγλικοῦ καὶ τοῦ Γερμανικοῦ συγκροτήματος. Πόλεμον πολύ χειρότερον ἀπὸ τὸν προηγούμενον. Εἰς τὸν πόλεμον αὐτόν θα κάνω ὅ,τι μπορῶ διὰ να μὴν ἐμπλακῃ ἡ Ἑλλάς, ἀλλά τοῦτο δὲν θα εἶναι δυνατόν. Εῑναι περιττὸν να σας εἴπω, ὅτι ἡ θέσις μας στην σύρραξιν αὐτήν θα εἶναι παρὰ τὸ πλευρόν τῆς Ἀγγλίας. Ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν: τὸ τελευταῖο αὐτό να μην ἐξέλθῃ τῆς αἰθούσης ταύτης· Φωκάς (1953), τόμ. Α΄, σελ 10. Κατά το θέρος του 1940, κατά την κρισιμότερη δηλαδή φάση του πολέμου, όταν η Αγγλία μετά το δράμα της Δουγκέρκης διέτρεχε άμεσο κίνδυνο, ο Ιωάννης Μεταξάς είπε στον ναύαρχο Σακελλαρίου: Εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος μαζί σου και σού τονίζω και ἐγώ ἐπισήμως, διὰ νὰ μπορέσῃς να ἐμψυχώσῃς με αὐτὴν τὴν ἰδέαν ὅλους τοὺς δίπλα σου, ὅτι ἡ θέσις μας εἶναι να μένωμε σταθερῶς παρὰ τὸ πλευρόν τῆς Ἀγγλίας∙ παρὰ τὰ γνωστά ἐλαττώματά των, παρὰ τὰς ὀχλήσεις, που μάς κάνουν διὰ τὰς χρηματικάς μαζὶ των διαφοράς μας, μόνον με τὴν Ἀγγλίαν ἐμείς τὰ μικρά κράτη μποροῦμε να εὐημερήσωμε, ἔστω καὶ ἄν καμμιά φορά μὰς πετούν στὸν δρόμο. Με τους Γερμανούς κανένας λαός δεν μπορεῖ να ζήσῃ∙ εἴτε ὡς σύμμαχοι, εἴτε ὡς ἐχθροί, ἄν πέσωμε στα χέρια τοὺς, θα μάς γδύσουν, θα μάς κλωτσήσουν καὶ οὔτε ἀναπνοή δεν θὰ μάς ἀφίσουμε να πάρουμε. Συνεπῶς, ὄχι μόνο θα μείνωμε σταθερῶς με τοὺς Ἄγγλους, ἀλλὰ πρέπει να κάνουμε κάθε δυνατή προσπάθεια, διὰ να χωνέψουν καὶ αὐτοί καλά ὅτι ἐμείς θα σταθοῦμε μέχρι τέλους εἰς τὸ πλευρόν των, ὁποιαδήποτε καὶ ἄν εἶναι ἡ ἔκβασις τοῦ πολέμου, βλ. ό.π., σελ 10 και Σακελλαρίου (1945), σελ 24.

3 Οι Βρετανοί από τη πλευρά τους προσπαθούσαν να μην δεσμευτούν με μια συμμαχία με την Ελλάδα. Υπήρχαν πολλοί λόγοι για αυτό όπως η μη διάθεση περιορισμού ενδεχόμενων ελιγμών στα Βαλκάνια, η θεώρηση ότι η ύπαρξη του Γεωργίου Β΄ στον ελληνικό θρόνο ήταν αρκετή καθώς και η δυσπιστία προς το καθεστώς Μεταξά, την οποία έτρεφε ο Βρετανός πρεσβευτής στην Αθήνα Sydney Waterlow. Οι κινήσεις του Βρετανού πρεσβευτή προκάλεσαν τελικά την οργή του Ιωάννη Μεταξά όταν ο πρώτος δήλωσε τον Δεκέμβριο του 1938 στους Τούρκους ότι επίκειται κίνημα στην Ελλάδα για ανατροπή του δεύτερου. Ο Μεταξάς απαίτησε την ανάκληση του Βρετανού πρεσβευτή, το οποίο και πέτυχε με την αντικατάσταση του Waterlow με τον Michael Pelairet, για τον λόγο ότι οι Βρετανοί είχαν τελικά πειστεί ότι η σταθερότητα του καθεστώτος Μεταξά ωφελούσε τα συμφέροντά τους. P. J. Vatikiotis (2014), σελ 172-173.

4 Ο ναύαρχος Σακελλαρίου αναφέρει: Πολλοί ὑπεστήριξαν ὅτι ἐνεργήσαμε πολλὰς δαπάνας διὰ ὀχυρά, διὰ ναυπηγεῖα, διὰ σχολεῖα ἐκπαιδεύσεωςκαὶ ὄχι διὰ μάχιμα πλοῖα. Τὸ ζήτημα ὄμως αὐτό εἶναι γενικώτερο καὶ σχετίζεται. πριν ἀπὸ κάθετι με τὴν γενικήν κατανομήν τῶν πιστώσεων τοῦ τακτικοῦ καὶ ἐκτάκτου προϋπολογισμοῦ του Κράτους κατὰ πολεμικά ὑπουργεῖα καὶ ἡ κατανομή αὐτή εἶναι ἀπόρροια τῆς γενικῆς πολιτικῆς, τῆς ὁποίας ἀκολουθεῖ τὸ Κράτος. Καὶ εἶναι γνωστὸν ὅτι ὁ Πρωθυπουργός τὴς Χώρας κατανέμει τὰς πιστώσεις αὐτάς ἐπὶ τῆ βάσει ἑνὸς σαφοῦς ἀντικειμενικοῦ σκοποῦ τῆς ἀκολουθουμένης ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, δηλ. κατὰ ποίου ἐχθροῦ ἔχει να ἐτοιμασθεῖ πολεμικῶς ἡ Χώρα, εἴτε μόνη εἴτε μετὰ ὡρισμένων καὶ ποίων συμμάχων. Βλ. Σακελλαρίου (1945), σελ 53-54.

5Γέροντας (2019), σελ 396

6 ΓΑΚ, Αρχείο Μεταξά, Αθήνα, Φ. 84: «Συμπληρωματική αναφορά επί της στρατηγικής καταστάσεως της Ελλάδος εν περιπτώσει αγλλοϊταλικού πολέμου», 20 Ιανουαρίου 1936.

7 ΓΕΣ/ΔΙΣ (1969) σελ 21

8 Παπάγος (1945), σελ 140.

9 ΓΕΣ/ΔΙΣ (1969), σελ 22-23

10 Σαλαβράκος (2008), σελ 358

11 Πρόκειται για τον στρατό ειρήνης, ο οποίος αποτελούταν από μέρος του στρατεύσιμου πληθυσμού που καλείται να υπηρετήσει τη θητεία του, τα μόνιμα στελέχη και το απαιτούμενο προσωπικό για τη συντήρηση του υλικού και τη προετοιμασία της επιστράτευσης.

12 ΓΕΣ/ΔΙΣ (1969), σελ 24.

13 Στο ίδιο.

14 Στο ίδιο, σελ 26

15 Στο ίδιο, σελ 26-27.

16Στο ίδιο, σελ 27

17 Στο ίδιο, σελ 28

18 Περί Προπαρασκευαστικής Σχολής Υπαξιωματικών και Στρατιωτικής Σχολής Τεχνιτών, 18 Σεπτεμβρίου 1926, ΦΕΚ 314, τεύχος Α΄.

19 ΓΕΣ/ΔΙΣ (1969), σελ 28-30.

20 Πρόκειται για τα περιβόητα «δημοκρατικά τάγματα», τα οποία διαλύθηκαν τον Σεπτέμβριο του 1926 μετά από αιματηρές μάχες στο κέντρο της Αθήνας.

21 Α. Παπάγος (1945), σελ 12-17.

22 Στο ίδιο, σελ 148-206 και 234-239.

23 ΓΕΣ/ΔΙΣ (1969), σελ 55-56.

24 Στο ίδιο, σελ 59

25 Στο ίδιο, σελ 66

26 Στο ίδιο, σελ 69

27 Στο ίδιο, σελ 70

28 Στο ίδιο

29 Παπάγος (1945), σελ 222.

30 Σαλαβράκος (2008), σελ 361.

31 Στο ίδιο.

32Οι Μασούρας & Κατωπόδης αναφέρουν ως πρώτο κυβερνήτη τον πλωτάρχη Ιωάννη Βλαχόπουλο.

33Οι Μασούρας & Κατωπόδης αναφέρουν ως ημερομηνία την 28η Φεβρουαρίου 1930. Οι Μαδωνής & Μαστρογεωργίου αναφέρουν την 1η Μαρτίου.

34Οι Μασούρας & Κατωπόδης αναφέρουν τη 17η Νοεμβρίου 1930. Οι Μαδωνής & Μαστρογεωργίου την 1η Δεκεμβρίου.

35Μαδωνής & Μαστρογεωργίου, 37.

36Στο ίδιο.

37Καββαδίας (1950), 32· Παϊζης & Παραδέλης (1999), σ.λ. Ἕλλη 1914 – 1940.

38Καββαδίας (1950), 32· Παϊζης & Παραδέλης (1999).

39Καββαδίας (1950), 32· Παϊζης & Παραδέλλης (1999).

40Τα έξι τορπιλοβόλα (οι Καββαδίας & Σακελλαρίου τα ονομάζουν τύπου Προύσης και Κίου) ήταν τα Κίος, Κυδωνίαι, Κύζικος, Πάνορμος, Πέργαμος και Προῦσα. Ήταν αυστριακά και παραχωρήθηκαν μετά τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου στο πλαίσιο των πολεμικών επανορθώσεων. Είχαν ναυπηγηθεί το 1914-1915 και τους έγινε γενική επισκευή στην Ελλάδα (πλωτό συνεργείο Ἥφαιστος, Ναυπηγεία Σαλαμίνας) το 1926. Το Πάνορμος, με κυβερνήτη τον πλωτάρχη Δούκα, ενώ περιέπλεε στην Αίγινα προσάραξε στο ακρωτήριο Τούρλος, κόπηκε στα δύο και βυθίστηκε. Έπειτα, ο κυβερνήτης αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει, με αποτέλεσμα να παραμείνει πολλούς μήνες τραυματισμένος σοβαρά σε νοσοκομείο. Βλ. Παϊζης Παραδέλης (1999).

41Εὐτυχώς διὰ τὸ Ναυτικόν εὑρέθη, δὶς ἐπὶ βραχύ διάστημα τὴν ἐποχήν ἐκείνην ὡς Ὑπουργός ὁ ἐκ τῶν πρωτοστατῶν τῆς ἐπαναστάσεως, Ναύαρχος Χατζηκυριάκος. Ἐπειδή εἶναι Ἀξιωματικός λαμβάνει ταχείας καὶ θετικάς ἀποφάσεις, ἐπειδή εἶναι Ναύαρχος δὲν ἔχει ἀνάγκην να τὸν προσποιῆται καὶ ἀκούῃ τοὺς Ἀξιωματικούς του. Οὔτω κατώρθωσεν εἶτε να ἀποπερατώσῃ αὐτοπροσώπως, εἶτε να εὑρεθῆ ὁ κύριος συντελεστής τῶν ἐξής (σ.σ. αναφέρθηκαν ανωτέρω η αγορά των υποβρυχίων και οι επισκευές των ναυτικών μονάδων) κατὰ τὰς δύο βραχείας Ὑπουργίας του τὸ 1922 καὶ 1925. Βλ. Καββαδίας (1950), 32. Ο ναύαρχος Μεζεβίρης αναφέρει πολύ αναλυτικά: Γενικῶς, ἡ περίοδος αὐτὴ ὑπῆρξε γόνιμος, διὰ τὸ Ναυτικόν, οἱ δὲ ἀναλαβόντες τὴν διοίκησίν του, ἐάν χρησιμοποίησαν ἀνωμάλους ὁδούς, διὰ τὴν κατάληψιν τῆς ἀρχῆς, ἠμπορούσαν, τουλάχιστον, να προβάλουν τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ἐμερίμνησαν, διὰ τὴν ἀνάπτυξὴν του. Πλήν τῆς γενομένης, ἐν Ἑλλάδι, ῥιζικῆς ἐπισκευῆς πολλῶν πλοίων, ἐλήφθησαν σοβαρά μέτρα, διὰ τὴν ἀνανέωσιν του ὑλικοῦ, λόγω δὲ καὶ τῆς εὐνοϊκῆς, δι’ ἡμᾶς τιμῆς τοῦ γαλλικοῦ νομίσματος, προεκρίθη, πρὸς τοῦτο, ἡ γαλλική βιομηχανία. Πέραν τῶν ἀρχικῶς παραγγελθέντων, εἰς τὰ γαλλικά ναυπηγεῖα, δύο ὑποβρυχίων, παρηγγέλθησαν, ἐπίσης εἰς Γαλλίαν, ἕτερα τέσσερα καἰ ἀνετέθησαν, εἰς γαλλικά ναυπηγεῖα, ἡ ναυπήγησις του ἐκπαιδευτικοῦ Ἄρης καὶ αἱ ῥιζικαί ἐπισκευαί καὶ μετασκευαί τοῦ Ἀβέρωφ καὶ τῆς Ἕλλης (…). Ἀνάλογος ὑπῆρξε καὶ ἡ μέριμνα, διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν στελεχῶν. Ἐκ παραλλήλου, πρὸς τὴν ἐντατικήν ἐξάσκησιν τῆς Μοίρας γυμνασίων, σημαντικός ἀριθμός ἀξιωματικῶν ἀπεστάλη, πρὸς ἐξειδίκευσιν, εἰς Γαλλίαν καὶ Ἀγγλίαν (…). Οἱ μέλλοντες να ὑπηρετήσουν εἰς τὰ ὑπὸ κατασκευήν ὑποβρύχια ἐξεπαιδεύθησαν εἰς τὴν οἰκείαν σχολήν τοῦ Γαλλικοῦ Ναυτικοῦ. Ἄλλοι, ἠκολούθησαν τεχνικάς σπουδάς, πρὸς ἀπόκτησιν διπλώματος μηχανικοῦ πυροβόλων, μηχανικοῦ ῥαδιοηλεκτρολόγου καὶ μηχανικοῦ ἀεροπορικῶν κατασκευῶν. Βλ. ό.π., 91

42Μαδωνής & Μαστρογεωργίου (2010).

43Κατά την περίοδο αυτή τέθηκαν και οι βάσεις ενός ναυτικού προγράμματος κατασκευών που έλαβε την οριστική του μορφή με νόμο του 1931. Η σύνθεση του Ναυτικού αποτέλεσε το αντικείμενο μακρών συζητήσεων διότι μεγάλη μερίδα αξιωματικών είχε κηρυχθεί υπέρ των βαρέων σκαφών, ενώ ο Πρόεδρος της Κυβερνήσεως υποστήριζε σύνθεση με ελαφρά μόνο σκάφη. Αυτή η τελευταία άποψη επικράτησε τελικά γιατί την υποστήριξαν και οι επόμενες κυβερνήσεις. Βλ. Μεζεβίρης (1971), σελ 103.

44(…) ἐγένετο τρίτη πραγματογνωμοσύνη (σ.σ. η ελληνική πλευρά υποστήριζε ότι το πλοίο ήταν ξεπερασμένο από τις πολεμικές εξελίξεις) ὑπὸ ἑνὸς Νορβηγοῦ Ναυάρχου, ὅστις ἀπεφάνθη ὅτι τὸ πλοῖον εἶναι ἰσχυρότατον, ἄξιον να ἀντιπαραταχθῆ κατὰ παντὸς μεταπολεμικοῦ Θωρηκτοῦ καὶ ὅτι ἡ Ἑλλάς εἶναι ὑποχρεωμένη να τὸ πάρη. Ὁ κ. Βενιζέλος συνεκάλεσε τὸ Α.Ν.Σ. καὶ τοὺς ἔθεσε ὠμά τὸ ζήτημα. Τὸ πλοῖον πρέπει να ἀπορριφθῆ, διότι αὐτός δεν θέλει Θωρηκτά, ἀλλά μόνον ἐλαφρόν Στόλον διἀ να μην θίξωμεν τὴν Τουρκίαν, νῦν φίλη μας … καὶ ἄς πληρώσωμεν. Βλ. Καββαδίας (1950), 37. Επιπροσθέτως, σε τρία άρθρα στην αθηναϊκή εφημερίδα Ἐθνικός Κήρυξ των φύλλων 6,7 και 8 Φεβρουαρίου 1948, ο αντιναύαρχος Δ. Οικονόμου υποστηρίζει ότι η απόρριψη του πλοίου έγινε προς ικανοποίηση της Ιταλίας και ότι η Τουρκία χρησιμοποιήθηκε ως πρόσχημα.

45Ἡ ἀρχή γίνεται ἀπὸ τοῦ Ναυτικοῦ προγράμματος. Προκειμένου ἐπί τέλους ν’ ἀρχίσωμεν τακτικάς ναυπηγήσεις θα ψηφίζεται νόμος, καθορὶζων τι καὶ πόσα πλοῖα θα ναυπηγήσωμεν ἐντός μίας δεκαετίας καὶ θα κλιμακωθῶσιν αἱ σχετικαί πιστώσεις. (…) Ὅταν τέλος ἐψηφίσθη το 1929 ἐπὶ δύο συναπτά οἰκονομικά ἔτη, λόγω στενότητος χρήματος ἡ ἐν τῶ προϋπολογισμῶ ἀναγραφεῖσα πίστωσις θα διατεθῆ εἰς ἄλλας δαπάνας καὶ φυσικά ταυτοχρόνως καταπίνεται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου Ταμείου καὶ τὸ διατεθέν ποσόν τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, τὸ ὁποῖον δεν θα ἐπιστραφῆ. Σύμφωνα με τὸν νόμον, ἔδει μέχρι τοῦ 1938 να ἔχωμεν 1 καινουργές Εὔδρομον, 12 καινουργή Ἀντιτορπιλικά καὶ 8 Ὑποβρύχια καὶ τὸ 1940 εὑρισκόμεθα με 6 καινουργή Ἀντιτορπιλικά καὶ 6 μάλλον παλαιά Ὑποβρύχια. Εἶναι φυσικόν να ἀναπολοῦμεν τὴν ἐποχήν τῆς κοινῆ βοῆ ἐπιβολῆς ἐνισχύσεως τοῦ Στόλου καὶ τῶν πρόχειρων λύσεων τῆς στιγμῆς∙ τουλάχιστον τότε, ἠγοράζαμεν πλοῖα. Βλ. Καββαδίας (1950), 33 και Συμφώνως πρὸς τούῦο (σ.σ. το Ναυτικό Πρόγραμμα), θα ἔπρεπεν, ἐντὸς τῆς πρώτης ἐξαετίας, να εἶχον κατασκευασθῆ, πλἠν τῶν τεσσάρων ἀντιτορπιλικῶν τύπου Ὕδρας, ἕτερα τέσσερα, τῶν 1.400 τόνων, μία ἀρχηγίς τῶν 2.000 τόνων και μία ὑποβρύχιος ναρκοθέτις. Ἐκ παραλλήλου δὲ, θα ἐγίνετο ἡ βαθμιαία ὀργάνωσις τῆς παρακτίου ἀμύνης καὶ ἡ συμπλήρωσις των, πάσης φύσεως, ἀναγκῶν τοῦ Ναυτικοῦ, εἰς πολεμικόν ὑλικόν καὶ ἐγκαταστάσεις. Εἶχεν, ὄμως, ἤδη, παρέλθει μία τριετία, χωρίς να συντελεσθῆ οὐδέν βῆμα, διὰ τὴν ἐφαρμογήν τῶν προβλεπομένων ὑπὸ τοῦ Προγράμματος. Εἰδικῶς, διὰ τὴν παραγγελίαν νέων ἀντιτορπιλικῶν, ἡ συνήθης, παρ’ ἡμῖν, πολυπραγμοσύνη συνετέλεσεν, ὅπως μη ἐπιδοθῆ οὐδεμία, ἐντός τῆς ἐξαετίας. Βλ. Μεζεβίρης (1971), 128.

46Ἡ ἀποτυχία τῶν πλοίων αὐτῶν εὐθύς ἀπὸ τὸν κατάπλου τῶν εἰς Ἑλλάδα ὑπῆρξε τόσο ἐμφανής, ὥστε προεκλήθη ἐν τῶ Ναυτικῶ σφοδρά ἀγανάκτησις, ἥτις, βοηθούντων καὶ τῶν πολιτικῶν παθῶν, ἔφθασε μέχρι σκανδαλοθηρίας. Τὰ πλοῖα αὐτὰ διαρκοῦντος τοῦ πολέμου, θα ἀποτελέσουν τὸν ἐφιάλτην μου καὶ ἡ πρακτική ἀπόδοσὶς των Μ.Α. (σ.σ. Μέση Ανατολή, αναφέρεται στην αποδημία του Στόλου κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στην Αλεξάνδρεια και την συνέχιση του αγώνα κατά του Άξονα ενώ η Ελλάδα είχε κατραρρεύσει) θα εἶναι καθαρῶς ἀρνητική με ὅλους τοὺς κόπους καὶ τὴν ἰκανότητα τοῦ προσωπικοῦ. Βλ. Καββαδίας (1950), 40 και Ἡ τοποθέτηση τῆς παραγγελίας σε Ἰταλικά ναυπηγεῖα, ἀνεξάρτητα τυχόν γενικότερων λόγων ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τῆς τότε Κυβέρνησης, δικαιολογήθηκε ἀπό τὴν σχετικά χαμηλή τιμή τους καὶ τὴν σημαντική τους ὑπεροχή σε ταχύτητα. Στην πράξη ἀποδείχτηκε ὄμως, ὅτι τὰ πλοῖα αὐτὰ ὑστεροῦσαν σε ναυτικές ἰδιότητες καὶ ἡ χαμηλή τους τιμή ἤταν σε βάρος τῆς στερεότητας κατασκευῆς. Ὅσον αφορά στις ταχύτητες τῶν 40 και 41 μιλίων, δὲν τις γνωρίσαμε ποτέ ἴσως καὶ διότι τὰ πρῶτα χρόνια ἀπὸ τὴν παραλαβή τῶν πλοίων, τότε που ἰδιαίτερα ἀναμένεται ἡ ἀπόδοση τέτοιων ταχυτήτων, δεν ὑπῆρχε ἐπαρκῶς ἐξειδικευμένο προσωπικό μηχανῆς. Βλ. Μεζεβίρης (1971), 103.

47 Περὶ τοπικῆς ἀμύνης, Ἑφημερίς τῆς Κυβερνήσεως, Α.Φ. 300, 13η Σεπτεμβρίου 1926.

48 Περὶ διαιρέσεως τῶν ἀκτῶν τοῦ Κράτους εἰς ναυτικάς ἀμυντικάς περιοχάς (Ν.Α.Π.), Ἑφημερίς τῆς Κυβερνήσεως, Α. Φ. 635, 30 Δεκεμβρίου 1935.

49 Ο ναύαρχος Σακελλαρίου αναφέρει: Σχετικά με τὴν δυσκολία ἐξευρέσεως ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος δὲν πρέπει νὰ λησμονηθεῖ ὅτι οἱ φίλοι μας οἱ Ἄγγλοι καὶ Ἀμερικανοί ἀπήτουν πληρωμή εἰς λίρες καὶ δολάρια. Τουναντίον, τὰ Κράτη τοῦ ἄξονος εἶχαν ἐφεύρει τὸ σύστημα τοῦ συμψηφισμοῦ, τοῦ κλήρινγκ καὶ ἐπληρώναμεν τὰς ἐκείθεν προμήθειὰς μας με καπνά, σταφίδα, μεταλλεύματα καὶ ὅ,τι ἄλλο ἡ φτωχὴ μας γῆ παράγει. Βλ. Σακελλαρίου (1945), 58.

50 Ο ναύαρχος Καββαδίας αναφέρει: Τὸ ἀνωτέρω ὑλικόν κατὰ 9/10 καινουργές καὶ ἀγορασθέν κατὰ τὸ πλεῖστον μὲ χρήματα τοῦ Ὑπουργείου Ναυτικῶν κατενεμήθη πρὸς προστασίαν ἀπὸ ἀέρος τῆς τέως περιοχῆς Διοικήσεως Πρωτευούσης καὶ ἐπὶ πλέον, Ἰσθμοῦ Κορίνθου, Πατρῶν, Πρεβέζης, Θεσσαλονίκης, Βόλου, Χαλκίδος, βραδύτερον δὲ Κερκύρας καὶ Ἀγ. Σαράντα. Στη συνέχεια, αφού απαριθμεί το προσωπικό, το οποίο διέθεσε το Ναυτικό για την οργάνωση και την επάνδρωση όλων των αναγκαίων βοηθητικών σχηματισμών (ομάδα εγγύς προστασίας, τεχνικές υπηρεσίες, μέσα έλξης, ομάδα κατασκευής έργων), ο ναύαρχος καταλήγει πολύ χαρακτηριστικά: Δηλαδή διέθεσε τὸ Ναυτικόν περισσότερο προσωπικό για τὴν κοινή ἀντιαεροπορική ἄμυνα ἀπὸ ὅ,τι ἦσαν τὰ πληρώματα τῶν πολεμικῶν τοῦ Στόλου του. Βλ. Καββαδίας (1950), 109.

51 «Αι εις την περιοχήν ΑΘΗΝΩΝ-ΣΑΛΑΜΙΝΑΣ-ΝΑΥΣΤΑΘΜΟΥ αναπτυχθείσαι μονάδες υπήχθησαν τακτικώς υπό τον Δ.Α.Π./Α στρατηγόν κ. Στάην αποτελέσασαι το συγκρότημα Α2, αι δε των περιοχών ΧΑΛΚΙΔΟΣ, ΠΑΤΡΩΝ και ΒΟΛΟΥ υπήχθησαν τακτικώς εις τους αντιστοίχους Ν.Α.Π. και ναυτικούς διοικητάς.”Ημερολόγιο Πολέμου Γ.Ε.Ν.-Έκθεση πεπραγμένων Αντιπλοιάρχου Χρήστου Χατζηκωνσταντή (σ.σ. η Α.Α.Α. υπαγόταν στον αντιναύαρχο Δ. Οικονόμου και διοικητής της κατά την διάρκεια του πολέμου στην Ελλάδα ήταν ο αντιπλοίαρχος Χ. Χατζηκωνσταντής).

52 Καββαδίας (1950), 112.

53 Τύπος Greyhound. Το Βασιλεύς Γεώργιος είχε διαστάσεις 97,5/9,7/2,7 μέτρα, εκτόπισμα 1.414 τον., πρόωση 34.000 hp, διπλέλικο, ταχύτητα 35 κόμβοι, οπλισμός 4 πυροβόλα των 5 ιντσών, 4 Α/Α πολυβόλα των 37 χλμ., 2 τετραπλοί Τ/Σ των 21 ιντσών, πλήρωμα 145. ΠαΪζής – Παραδέλης (1999).

54 Καββαδίας (1950), 117.

55 Καββαδίας (1950), 117.

56 Λεία του πολέμου του 1897. Αρχικά, χρησιμοποιήθηκε ως οπλιταγωγό με την ονομασία Κρήτη. Τον Ιανουάριο του 1915, έλαβε την ονομασία Αὔρα και τροποποιήθηκε σε υδροφόρο για την ύδρευση του Ναυστάθμου Σαλαμίνας από τον Πόρο. Ανακαινίστηκε το 1918, οπότε και αυξήθηκε η μεταφορική του ικανότητα από τους 220 τόνους που ήταν έως τότε. Στις 22 Απριλίου του 1941, προσάραξε στον όρμο Βουλιαγμένης. Εκεί βρέθηκε από τους Γερμανούς, που την ανέλκυσαν και την χρησιμοποίησαν. Βυθίστηκε πριν από την απελευθέρωση (29-9-1944), ενώ είχε μετατραπεί σε περιπολικό με στοιχεία UJ 2108. Βλ. ΠαΪζής – Παραδέλης (1999).

57Ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου καὶ μέχρι τῶν κανονιστικῶν Διαταγμάτων ὀργανώσεως τοῦ Ὑπουργείου Ἀεροπορίας πάσαι αἱ Ἀεροπορικαί Ὑπηρεσίαι τῶν Ὑπουργείων Στρατιωτικῶν, Ναυτικῶν καὶ Συγκοινωνίας μεθ’ ἅπαντος τοῦ προσωπικοῦ, ὡς καὶ τοῦ ἑκάστοτε ἀποσπώμενου, καὶ τοῦ ὑλικοῦ, καὶ τῶν πάσης φύσεως ἐγκαταστάσεὼν των περιέρχονται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργείου Ἀεροπορίας, διατηροῦντος τοῦ προσωπικοῦ τούτου πάντα τὰ κεκτημένα ἀντιστοίχως ἐν τῶ Στρατῶ καὶ τῶ Ναυτικῶ ἤ τῆ Δημόσιᾳ Ὑπηρεσίᾳ δικαιώματα, τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἀεροπορίας ἐνασκοῦντος ἐπ’ αὐτοῦ τὰ διὰ τῶν κειμένων νόμων ἀντιστοίχως καθωρισμένα δικαιώματα τῶν Ὑπουργῶν τῶν Στρατιωτικῶν, Ναυτικῶν καὶ Συγκοινωνίας. Άρθρο 3, Νόμου 4451.

58 Διετέλεσε σημαντικό έργο για την οργάνωση της Εθνικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο χρημάτισε διευθυντής της (1945-1947, αντισμήναρχος) λαμβάνοντας σε πολλά συνέδρια του εξωτερικού. Θεωρείται, ουσιαστικά ο δημιουργός της Εθνικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας. Βλ. Δημητρακόπουλος (2006).

59 Είχε δημιουργηθεί με τον Νόμο 6026 της 2 Φεβρουαρίου 1934.

60Κρινόμενον σήμερον τὸ ἔργον του (σ.σ. του Αλ. Ζάννα) ἐν σχέσει πρὸς τοὺς διαδεχθέντας αὐτόν ἐπέτυχεν ἐν πολλοίς. Ὅ,τι σχεδόν ὑλικὸν καὶ ὅ,τι ἐγκαταστάσεις μας ἐκληρονόμησεν ἡ Δημοκρατία ἐκτήθησαν ἐπὶ τῆς ἐποχῆς του. Ὅσον ἀφορά τὸ προσωπικόν, ἐάν ἐφηρμόζοντο ὅσα ἐσκέπτετο ἀναμφιβόλως θα ἦτο ἄλλη ἡ εἰκών τῆς Ἀεροπορίας. Δυστυχῶς τὴν πρώτην πτώσιν τοὺ Βενιζέλου τὸ 1933 ἐπηκολούθησαν 6 Ὑπουργοί Ἀεροπορίας μέχρι τῆς ἐπὶ Δικτατορίας παραλαβῆς τοῦ Στρατηγοῦ Οἰκονομάκου καὶ αἱ πλεῖσται τῶν μεταβολῶν λόγω τῶν πολεμικῶν γεγονότων εἶχον τὴν μορφήν καθεστωτικῆς μεταβολῆς. Οὔτως ἡ Κυβέρνησις Μεταξά παρέλαβεν Ἀεροπορίαν διαλελυμένην καὶ οὐσιαστικῶς γυμνήν ὑλικοῦ. Διότι τὰ 150 ἀεροσκάφη (ὧν τὰ 100 μόνον πολεμικά) ἀναχρονισμένα ἤδη καὶ ταχέως φθειρόμενα δεν ἦσαν σπουδαῖα, καὶ ἡ μὴ συμπλήρωσις ἀκόμη τῶν λεπτομερειῶν ἐφάνη ἀπὸ τὴν γυμνότητά μας κατά τὸ κίνημα του 1935 (σ.σ. εννοεί τον δανεισμό από την Γιουγκοσλαβία των αεροσκαφών για να πληγούν οι κινηματίες). Βλ. Καββαδίας (1950), 36.

61 Υπηρεσία Ιστορίας Πολεμικής Αεροπορίας (1990), σελ 81

62 Στο ίδιο, σελ 85

63 Στο ίδιο, σελ 86

64Στο ίδιο, σελ 86-93

65 Στο ίδιο.

66 Στο ίδιο, σελ 93-101.

67 Για την Ναυτική Αεροπορία αλλά και το Κρατικό Εργοστάσιο Αεροπλάνων βλέπε: Υπηρεσία Ιστορίας Αεροπορίας (1990)· Καββαδίας (1950)· Μεζεβίρης (1971).

68Παλούμπης, Ι., Τεχνικές και τακτικές καινοτομίες που υιοθετήθηκαν για πρώτη φορά από το Πολεμικό Ναυτικό, ομιλία που διεξήχθη στο Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδος στις 21/1/2012 κατά τη διάρκεια της ημερίδας Το Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό μεταξύ της Εθνικής Ολοκλήρωσης και Τεχνολογικής Εξέλιξης, 1821-1941. Η εν λόγω ομιλία δημοσιεύτηκε στο Περίπλους Ναυτικής Ιστορίας, τχ. 77.